«Forget it Wolfgang»

Με το γνωστό του ύφος, ο γερμανός Υπουργός Οικονομικών κ. Wolfgang Schäuble «αποφάνθηκε» -φυσικά μονομερώς- ότι δεν υφίσταται, θεσμικώς και πολιτικώς, ζήτημα ελληνικών απαιτήσεων ως προς το κατοχικό δάνειο και τις αποζημιώσεις λόγω ανθρώπινων θυμάτων και υλικών καταστροφών από τις δυνάμεις κατοχής.  Τα πράγματα όμως είναι εντελώς διαφορετικά, όπως άλλωστε αναγνωρίζουν έγκυροι νομικοί και πολιτικοί κύκλοι ακόμη και στην ίδια την Γερμανία:

I.            Πρώτον, ως προς το κατοχικό δάνειο, πρόκειται για σύμβαση που έχει συναφθεί με καταναγκαστικό και εκβιαστικό τρόπο μεταξύ της κατοχικής Ελληνικής Κυβέρνησης και της Γερμανίας, προς συντήρηση των στρατευμάτων κατοχής.  Μάλιστα το δάνειο αυτό είχε αρχίσει ν’ αποπληρώνεται κατά την διάρκεια της κατοχής.  Λόγω της νομικής φύσης του δανείου τούτου αφενός οι ελληνικές απαιτήσεις παραμένουν πλήρως ενεργές και, αφετέρου, ουδόλως τίθεται θέμα παραγραφής.

II.            Δεύτερον, ως προς τις κατά τ’ ανωτέρω αποζημιώσεις, με την Συμφωνία του Λονδίνου (1953) ορίσθηκε πως θα γίνονταν απαιτητές μετά την σύναψη «Συμφώνου Ειρήνης».  Το οποίο υπογράφηκε το 1990, μεταξύ της ενιαίας πλέον Γερμανίας και των τεσσάρων νικητριών δυνάμεων του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου (ΗΠΑ, Γαλλίας, Αγγλίας, ΕΣΣΔ).  Μετά το Σύμφωνο αυτό λοιπόν κατέστησαν πλέον απαιτητές οι προαναφερόμενες αποζημιώσεις υπέρ της Ελλάδας και σε βάρος της Γερμανίας, ιδίως κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 3 της Δ΄ Σύμβασης της Χάγης του 1907.  Επομένως, και επειδή όχι μόνον ουδέποτε η Ελλάδα παραιτήθηκε του κατά τ’ ανωτέρω δικαιώματός της αλλά, όλως αντιθέτως, π.χ. ο ίδιος ο γερμανός Καγκελάριος Λούτβιχ Έρχαρτ το είχε επισήμως αναγνωρίσει το 1965, οι σχετικές με τις αποζημιώσεις αυτές ελληνικές απαιτήσεις παράγουν πλήρως τις έννομες συνέπειές τους.

Μήπως λοιπόν στον κ. Schäuble ταιριάζει από ελληνικής πλευράς –και κατά το δικό του «προηγούμενο» προς τον κ. Γ. Στουρνάρα-η απάντηση «Forget it Wolfgang»;  Και για όσους τυχόν θεωρούν πως κάτι τέτοιο θάταν «δύσκολο» ν’ αντιταχθεί από τη «μικρή» Ελλάδα στην «πανίσχυρη» Γερμανία, θυμίζω τούτο:  Η Ελλάδα θ’ αργούσε πολύ να μπει στην τότε ΕΟΚ, αν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής δεν τόνιζε μ’ έμφαση στον Καγκελάριο Helmut Smith πως σε περίπτωση veto της Γερμανίας η Ελλάδα θα προέβαινε σε δημόσια καταγγελία γι’ αυτό, με βάση μάλιστα την πικρή εμπειρία των γερμανικών εγκλημάτων κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο…

 

Η ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

Είναι αναγκαία, υπό ποιούς όρους και προς ποιά κατεύθυνση;

Στο πλαίσιο της εφαρμογής του Συντάγματος του 1975 –το οποίο φέρει, αναμφισβήτητα, την θεσμική και πολιτική «σφραγίδα» του Κωνσταντίνου Καραμανλή- η Ελλάδα βιώνει την μακροβιότερη και σταθερότερη περίοδο δημοκρατικής διακυβέρνησης στην όλη συνταγματική ιστορία της.  Τούτο και μόνον αναδεικνύει αφενός την κανονιστική εμβέλεια του ισχύοντος Συντάγματος και την ανάγκη υπεράσπισης στο μέλλον των θεσμικών χαρακτηριστικών του, με στόχο την περαιτέρω εμπέδωση και θωράκιση της Δημοκρατίας μας.  Και, αφετέρου, την κατεύθυνση, πάνω στην οποία πρέπει να κινούνται οι διαδικασίες αναθεώρησής του, ώστε να μην αλλοιώνεται η θεσμική και πολιτική φυσιογνωμία του. Αλλά, όλως αντιθέτως, να προσαρμόζεται ομαλώς και καταλλήλως στις, μοιραίως, αενάως μεταβαλλόμενες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, που συνιστούν την υποδομή πάνω στην οποία στηρίζεται –υπό όρους αμφίδρομης επιρροής- το κανονιστικό συνταγματικό εποικοδόμημα.

I.            Οι ως άνω διαπιστώσεις τεκμηριώνουν επαρκώς την αναγκαιότητα περαιτέρω –δοθέντος ότι έχουν προηγηθεί τρία ανάλογα εγχειρήματα- αναθεώρησης του Συντάγματος, επειδή:

Α.  Πρώτον, ορισμένες διατάξεις του αρχικού κειμένου του έχουν εμφανίσει σημεία θεσμικής και πολιτικής «κόπωσης», ύστερα από την σχετικώς μακρά –βεβαίως για τα ελληνικά δεδομένα- εφαρμογή του, λόγω της πρόδηλης μεταβολής των αντίστοιχων κοινωνικών και οικονομικών δεδομένων θέσπισής τους.

Β. Δεύτερον, έχουν πλέον διαπιστωθεί στην πράξη συγκεκριμένες «αστοχίες» των προηγούμενων τριών αναθεωρήσεων, ιδίως δε εκείνης του 1986.  Οι οποίες έχουν οδηγήσει ακόμη και σε σοβαρές δυσλειτουργίες του Πολιτεύματος.  Στο σημείο όμως τούτο πρέπει να τονισθεί και το σημαντικό θετικό θεσμικό «πρόσημο» των ως άνω αναθεωρήσεων, το οποίο έγκειται στο ότι, για πρώτη ουσιαστικώς φορά στην συνταγματική μας διαδρομή, ολοκληρώθηκαν lege artis.  Ήτοι κατά πλήρη σεβασμό των περί αναθεώρησης του Συντάγματος διατάξεων του άρθρου 110.  Το πολύτιμο  αυτό θεσμικό κεκτημένο είναι ανάγκη, οπωσδήποτε, να γίνει σεβαστό, στο ακέραιο, και κατά το τέταρτο αναθεωρητικό εγχείρημα.  Πράγμα που σημαίνει, αντιστοίχως, ότι δεν είναι ορθό να τεθεί εν αμφιβόλω πως το άρθρο 110 του Συντάγματος, κατά την ίδια την κανονιστική του υπόσταση, κρίνεται στο σύνολό του μη αναθεωρητέο, ακριβώς για να μην τεθεί εξίσου εν αμφιβόλω ο αυστηρός χαρακτήρας του Συντάγματος.  Αφού η κατά το άρθρο 110 διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος συνδέεται, αναποσπάστως, με την πεμπτουσία των, ρητώς κατά τις προβλέψεις του, μη αναθεωρητέων διατάξεών του.

Γ. Τρίτον, η τρέχουσα βαθειά κοινωνική και οικονομική κρίση καθιστά επείγουσα την επέλευση εκείνων των αλλαγών στο κανονιστικό corpus του Συντάγματος, οι οποίες είναι σε θέση ν’ αντιμετωπίσουν αποτελεσματικώς τις αρνητικές επιπτώσεις της, κυρίως στο πεδίο του κοινωνικού κράτους δικαίου και των επέκεινα θεμελιωδών κοινωνικών δικαιωμάτων.

II.   Οι κατά τ’ ανωτέρω διαπιστώσεις οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η αναγκαιότητα αναθεώρησης του Συντάγματος συμπυκνώνεται, τουλάχιστον κατ’ αρχήν, στην αντίστοιχη αδήριτη θεσμική και πολιτική ανάγκη θεσμοθέτησης εκείνων των αντιβάρων –κατά το αγγλοσαξωνικό συνταγματικό πρότυπο των checks and balances- τα οποία είναι σε θέση ν’ αποτρέψουν την εμπέδωση της καταλυτικής επιρροής οιασδήποτε των τριών, κατ’ άρθρο 26 του Συντάγματος, εξουσιών σε βάρος των δύο άλλων. Υπό το πρίσμα αυτό καθίσταται επιβεβλημένη η αναθεωρητική παρέμβαση:

Α. Πρώτον, στο πλαίσιο της Εκτελεστικής Εξουσίας.  Και τούτο διότι η αναθεώρηση του Συντάγματος του 1986, ιδίως μεσ’ από την δραματική αποψίλωση των αρμοδιοτήτων του Προέδρου της Δημοκρατίας, οδήγησε στην καθιέρωση ενός οιονεί «πρωθυπουργοκεντρικού» σχήματος διακυβέρνησης, καταφανώς αντίθετου προς την θεσμική και πολιτική ισορροπία που επιδίωξε κι επέφερε το αρχικό κανονιστικό πλαίσιο του Συντάγματος του 1975. Και μάλιστα ισορροπία τόσο στην κορυφή της ίδιας της Εκτελεστικής Εξουσίας όσο και στις σχέσεις της με τη Νομοθετική Εξουσία.  Επομένως, η αναθεώρηση του Συντάγματος πρέπει να κινηθεί:

1. Κατά πρώτο λόγο προς την κατεύθυνση της αποκατάστασης του ρόλου του Προέδρου της Δημοκρατίας ως ρυθμιστή του Πολιτεύματος, μεσ’ από την απονομή σ’ αυτόν εκείνων των αρμοδιοτήτων του -τουλάχιστον ως προς το μεγαλύτερο μέρος τους- που είχε καθιερώσει το Σύνταγμα του 1975 κατά την θέσπισή του.  Αλλά και μεσ’ από την, υπό όρους, ενδεχόμενη εκλογή του ευθέως από το Εκλογικό Σώμα, δίχως όμως τούτο να μεταβάλλει, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, τη μορφή του Πολιτεύματος σε προεδρικό ή, ακόμη, και σε ημιπροεδρικό.  Δοθέντος ότι κάτι τέτοιο αποκλείεται από τις διατάξεις του άρθρου 110 παρ. 1 του Συντάγματος.

2. Και, κατά δεύτερο λόγο, προς την κατεύθυνση του περιορισμού του Πρωθυπουργού και της Κυβέρνησης –δηλαδή, εν τέλει, του πυρήνα της Εκτελεστικής Εξουσίας- ως προς την δυνατότητά τους να παρεμβαίνουν καθοριστικώς –άρα, πέρα κι έξω από το πνεύμα της ορθολογικής διασταύρωσης των λειτουργιών- στην άσκηση της Νομοθετικής και της Δικαστικής Εξουσίας.  Κατά τούτο λοιπόν η αναθεώρηση του Συντάγματος μπορεί και πρέπει:

α) Από την μια πλευρά να εξορθολογίσει  τη νομοθετική πρωτοβουλία της Εκτελεστικής Εξουσίας, υπέρ της αντίστοιχης πρωτοβουλίας της Νομοθετικής Εξουσίας, μέσω της διεύρυνσης της αρμοδιότητας πρότασης νόμων από Βουλευτές και της πρόβλεψης εγγυήσεων ουσιαστικής συζήτησης των προτάσεων νόμων από την Βουλή.

β) Και, από την άλλη πλευρά, να οριοθετήσει περιοριστικώς την διακριτική ευχέρεια της Κυβέρνησης αναφορικά με την οργάνωση και λειτουργία της Δικαστικής Εξουσίας. Πρωτίστως δε με την επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, η οποία σήμερα είναι, κατ’ αποτέλεσμα, έρμαιο των κυβερνητικών «ορέξεων».

Β. Δεύτερον, στο πλαίσιο της Νομοθετικής Εξουσίας.  Κατά προτίμηση δε στο πλαίσιο της δυνατότητας προσανατολισμού της:

1. Αφενός προς την κατεύθυνση της απομείωσης της υπερβολικής προστασίας των μελών της Βουλής.  Με την έννοια ότι το καθεστώς ασυλίας του Βουλευτή πρέπει να περιορισθεί ουσιωδώς.  Και δη ως το σημείο ώστε μόνον ο Βουλευτής να μπορεί να ζητήσει, όταν διώκεται ποινικώς, την προστασία του από την Βουλή μέσω της υποβολής αιτήματος ασυλίας, οπότε και αναλαμβάνει ο ίδιος το ανάλογο πολιτικό κόστος έναντι του Εκλογικού Σώματος.

2. Και,  αφετέρου, προς την κατεύθυνση της μη ανάμιξης της Βουλής στην ποινική δίωξη των μελών της Κυβέρνησης και των Υφυπουργών.  Η λογική της διάκρισης των εξουσιών, κατ’ άρθρο 26 του Συντάγματος, επιβάλλει πλέον την αποξένωση της Βουλής από την διαδικασία ποινικής δίωξης των μελών της Κυβέρνησης και των Υφυπουργών και για ποινικά αδικήματα που τελέσθηκαν κατά την άσκηση των κυβερνητικών καθηκόντων τους.  Συνεπώς, το άρθρο 86 του Συντάγματος πρέπει  ν’ αναθεωρηθεί εκ βάθρων, έτσι ώστε η Βουλή να μην έχει, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, αρμοδιότητα ως προς την ποινική καταστολή των πράξεων και παραλείψεων των κυβερνητικών οργάνων της Εκτελεστικής Εξουσίας.

Γ. Και, τρίτον, στο πλαίσιο της Δικαστικής Εξουσίας.  Και τούτο κατά πρώτο λόγο προκειμένου να τονωθεί, όπως προεκτέθηκε, η συνταγματικώς κατοχυρωμένη ανεξαρτησία της, μέσω του περιορισμού της διακριτικής ευχέρειας της Κυβέρνησης –ιδίως δια της οδού του σεβασμού της αρχαιότητας- κατά την επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης.  Κατά δεύτερο δε λόγο προκειμένου να ιδρυθεί Συνταγματικό Δικαστήριο, με αμιγώς δικαστική σύνθεση και με τις ακόλουθες, τουλάχιστον κατά βάση, αρμοδιότητες, πέραν εκείνων που ασκεί σήμερα το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο:

1. Πρώτον, αρμοδιότητες σχετικές με την δημοκρατική οργάνωση και λειτουργία των Πολιτικών Κομμάτων καθώς και με τα οικονομικά τους αλλά και τα οικονομικά –π.χ. «πόθεν έσχες»- των εν γένει πολιτικών προσώπων.  Πάντοτε βεβαίως στο πλαίσιο του άρθρου 29 του Συντάγματος, όπως τούτο θ’ αναθεωρηθεί καταλλήλως.  Φυσικά δίχως να θίγεται, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, ο πυρήνας του θεμελιώδους πολιτικού δικαιώματος ίδρυσης πολιτικού κόμματος.

2. Και, δεύτερον, αρμοδιότητες σχετικές με τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων.  Είναι αυτονόητο ότι ο οιονεί «συγκεντρωτικός» αυτός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων δεν πρέπει να θίξει την ουσία του διάχυτου ελέγχου, που καθιερώνουν ιδίως οι διατάξεις του άρθρου 93 παρ. 4 του Συντάγματος.  Κατά τις οποίες «τα δικαστήρια υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα».  Και τούτο διότι ο διάχυτος έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων συνιστά θεμελιώδες αλλά κι εξαιρετικά χρήσιμο, και για την δημοκρατική λειτουργία της Δικαστικής Εξουσίας, στοιχείο της συνταγματικής μας παράδοσης, συνακόλουθα δε του συνταγματικού μας πολιτισμού.

Η ίδια λοιπόν η κοινωνική, οικονομική και πολιτική πραγματικότητα στον Τόπο μας καταδεικνύει, χωρίς αμφιβολία, πόσον αναγκαία είναι η αναθεώρηση του Συντάγματος και προς τις προαναφερόμενες κατευθύνσεις.  Τούτο σημαίνει ότι θα ήταν θεσμικώς και πολιτικώς εξαιρετικά επιζήμιο να μην ολοκληρωθεί η κατά τις διατάξεις του άρθρου 110 παρ. 2 επ. πρώτη φάση της αναθεώρησης -ως προς τις αναθεωρητέες διατάξεις- λόγω πρόωρων εκλογών.  Και δη εκλογών που θα προκληθούν μέσω μιας συνταγματικώς ανορθόδοξης ερμηνείας κι εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 32 του Συντάγματος περί εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας. Πραγματικά, σε μια τέτοια περίπτωση η αναθεώρηση του Συντάγματος –που θα πρέπει να επιχειρηθεί, μετά τις εκλογές, πάλι από την αρχή και να ολοκληρωθεί από την Βουλή, η οποία θα προκύψει κατά τις μεθεπόμενες εκλογές-  μετατίθεται σε χρόνο που ουδείς μπορεί να προσδιορίσει επακριβώς.  Μ’  όλες τις εντεύθεν άκρως αρνητικές, θεσμικές και πολιτικές, συνέπειες, οι οποίες επικεντρώνονται, κατά κύριο λόγο, στην ήδη πολλαπλώς τραυματισμένη αξιοπιστία του πολιτικού συστήματος και του πολιτικού κόσμου.  Με την έννοια, ότι η μετατόπιση στο απώτερο μέλλον μιας τέτοιας αναθεώρησης του Συντάγματος ευλόγως μπορεί να ερμηνευθεί, από το δεινώς χειμαζόμενο κοινωνικό σύνολο, ως απεγνωσμένη προσπάθεια των πολιτικών του να υπερασπισθούν τα, όποια, προνόμιά τους και να εξαλείψουν τις αντίστοιχες ευθύνες τους.

ΤΟ ΤΙΜΗΜΑ ΤΗΣ ΥΠΟΚΡΙΣΙΑΣ

Οι συνέπειες της ελλειμματικής μεταναστευτικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης

(στο περιοδικό «ΕΠΙΚΑΙΡΑ» τ. 272 της 15/1/2015)

Χρειάσθηκε, δυστυχώς, η άφατη γαλλική τραγωδία που προκλήθηκε από την κτηνωδία του πιο απεχθούς προσώπου του μουσουλμανικού φονταμενταλισμού «τζιχαντικής κοπής» για ν’ αφυπνισθεί, επιτέλους, η ηγεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ν’ αντικρύσει κατάματα το διαχρονικό έλλειμμα της ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής.  Έλλειμμα το οποίο προκλήθηκε, κατά μεγάλο μέρος τουλάχιστον, από την, γερμανικής έμπνευσης, πολιτική «αναπτυξιακής λιτότητας».  Και τούτο διότι η ως άνω πολιτική εμπόδισε αφενός την απελευθέρωση εκείνων των οικονομικών πόρων, οι οποίοι είναι απαραίτητοι για την διαχείριση του μεταναστευτικού φαινομένου γενικώς, και ιδιαιτέρως της παράνομης μετανάστευσης, ιδίως από τις χώρες του ευρωπαϊκού νότου.  Και, αφετέρου και συνακόλουθα, τις αναγκαίες θεσμικές μεταβολές ως προς την δίκαιη, υπό την έννοια της αναλογικής ισότητας, κατανομή του βάρους διαμόρφωσης αποτελεσματικής πολιτικής για την αναχαίτιση της παράνομης μετανάστευσης.  Όλ’ αυτά συνέβησαν ενώ το πεδίο, από πλευράς ευρωπαϊκού δικαίου, ήταν ήδη ανοικτό για την ταχεία διαμόρφωση μιας ολοκληρωμένης ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής.  Ειδικότερα:

I.          Έστω και με μεγάλη καθυστέρηση τον Οκτώβριο του 2008, επί γαλλικής προεδρίας, θεσπίσθηκε το Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για την Μετανάστευση και το Άσυλο.  Ας σημειωθεί, για λόγους ιστορικής αλήθειας, ότι στην θέσπισή του αυτή πρωταγωνιστικό ρόλο διαδραμάτισε η Κυβέρνηση του κ. Κώστα Καραμανλή, αφού είναι κοινώς γνωστό πως η αρχική ιδέα σύναψης του ως άνω Συμφώνου δρομολογήθηκε ουσιαστικά τον Ιούλιο του 2006, κατά την επίσκεψη στην Αθήνα του τότε Υπουργού Εσωτερικών και μετέπειτα Προέδρου της Γαλλικής Δημοκρατίας κ. Nikolas Sarkozy.  Το «αέτωμα» του Ευρωπαϊκού Συμφώνου για την Μετανάστευση και το Άσυλο στηρίζεται σε πέντε θεσμικούς κίονες, οι οποίοι συνδέονται αναποσπάστως μεταξύ τους:

Α. Ο πρώτος κίονας αφορά από την μια πλευρά την οργάνωση της νόμιμης μετανάστευσης λαμβάνοντας υπόψη τις προτεραιότητες, τις ανάγκες και τις δυνατότητες υποδοχής κάθε κράτους-μέλους.  Και, από την άλλη πλευρά, την ενθάρρυνση της ενσωμάτωσης των νόμιμων μεταναστών μέσω των κατάλληλων κοινωνικών και οικονομικών πολιτικών, φυσικά με την συμβολή της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.  Αφού μόνον μέσω αυτής μπορούν να θεσμοθετηθούν τα κατάλληλα κοινά μέσα και να κατανεμηθούν οι στοιχειωδώς απαιτούμενοι προς τούτο πόροι.

Β. Ο δεύτερος κίονας αφορά την καταπολέμηση της παράνομης μετανάστευσης.  Πρώτη και βασική προτεραιότητα προς αυτήν την κατεύθυνση είναι η εξασφάλιση της λειτουργίας των μηχανισμών εκείνων, δια των οποίων καθίσταται δυνατή η ομαλή και ασφαλής επιστροφή παράνομων μεταναστών στη χώρα καταγωγής τους ή σε χώρα διέλευσης, χωρίς να θίγονται η αξία και τα θεμελιώδη δικαιώματα του Ανθρώπου.

Γ. Ο τρίτος κίονας αφορά την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των συνοριακών ελέγχων.  Μ’ έμφαση στους ελέγχους που διενεργούνται στα θαλάσσια σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των επιμέρους κρατών-μελών, με κινητήριο μοχλό τον οργανισμό FRONTEX.  Και τούτο διότι τα εξωτερικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι τα σύνορα των κρατών-μελών, όπως οριοθετούνται κυριάρχως απ’ αυτά.

Δ. Ο τέταρτος κίονας αφορά την συγκρότηση της Ευρώπης ως χώρου ασύλου, εντός του οποίου εφαρμόζονται στο ακέραιο οι παραδοσιακές ευρωπαϊκές αρχές του ανθρωπισμού και της προάσπισης της Δημοκρατίας, μ’ έμφαση στον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων του Ανθρώπου, κατά το ευρωπαϊκό και το διεθνές δίκαιο.

Ε. Και ο πέμπτος κίονας αφορά την δημιουργία διαύλων και μέσων ολοκληρωμένης σύμπραξης με τις χώρες καταγωγής και διέλευσης προκειμένου να ευνοείται, σε σταθερή βάση, η συνέργεια –άρα και η αλληλεπίδραση- μεταξύ μετανάστευσης και ανάπτυξης.  Διότι είναι ευνόητο πως χωρίς την αναπτυξιακή προοπτική των χωρών καταγωγής και διέλευσης, η διαχείριση της μετανάστευσης συνιστά μια μορφή ουτοπίας.

II.          Δυστυχώς, κυρίως λόγω της κοντόφθαλμης οικονομικής πολιτικής της ηγεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την οποία έγινε λόγος προηγουμένως, αλλά και λόγω της έλλειψης τόλμης και διεκδικητικής νοοτροπίας από την πλευρά των χωρών του ευρωπαϊκού νότου, οι προαναφερόμενοι πέντε κίονες της ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής έμειναν, μετά το 2008, ατροφικοί. Συγκεκριμένα:

Α. Ως προς τον πρώτο κίονα ουδέποτε λήφθηκε, κατά την διαμόρφωση της ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής στο πλαίσιο εφαρμογής του Ευρωπαϊκού Συμφώνου για την Μετανάστευση και το Άσυλο, σοβαρά υπόψη η πραγματική δυνατότητα υποδοχής μεταναστών από την πλευρά του κάθε κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μ’ αποτέλεσμα το αντίστοιχο βάρος υποδοχής να πέσει μονομερώς στον ευρωπαϊκό νότο.  Ενώ η ενθάρρυνση της ενσωμάτωσης προσέκρουσε στο κατά τ’ ανωτέρω εμπόδιο της «έλλειψης πόρων» ως προς την οργάνωση κι εφαρμογή των κατάλληλων και αποτελεσματικών πολιτικών.

Β. Ως προς τον δεύτερο κίονα, η Ευρωπαϊκή Ένωσε ουδόλως προέβη στο αυτονόητο: Ήτοι στην ανάληψη σοβαρών, γενικευμένων, πρωτοβουλιών σύναψης συμφωνιών επανεισδοχής με τις χώρες καταγωγής ή διέλευσης των παράνομων μεταναστών, αφήνοντας στα επιμέρους κράτη-μέλη την σχετική ευθύνη.  Μ’ αποτέλεσμα οι κανόνες του Ευρωπαϊκού Συμφώνου για την Μετανάστευση και το Άσυλο να καταστούν, στην ουσία, γράμμα κενό περιεχομένου.

Γ. Ως προς τον τρίτο κίονα, οι συνοριακοί έλεγχοι ουδέποτε απέκτησαν τις βάσεις εκείνες, οι οποίες θα μπορούσαν να εγγυηθούν την καταπολέμηση της παράνομης μετανάστευσης στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης που δέχονται τον μεγαλύτερο όγκο των παράνομων μεταναστών.  Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο για τους ελέγχους στα θαλάσσια σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών-μελών αφού ο FRONTEX, λόγω ανεπαρκούς δομής και δράσης, μάλλον έχει συμβολική παρουσία αποτροπής τόσο των παράνομων μεταναστών όσο και –αυτό δε είναι το σπουδαιότερο εν προκειμένω- των δουλεμπόρων.  Οι οποίοι αποτελούν μάστιγα για την αξία του Ανθρώπου και, άρα, πραγματικό στίγμα για τον ευρωπαϊκό πολιτισμό.

Δ. Ως προς τον τέταρτο κίονα, ο μηχανισμός του ευρωπαϊκού ασύλου υπολειτουργεί, όταν μάλιστα οι φωτιές του πολέμου εξαπλώνονται ταχύτατα στις περιοχές της Μέσης Ανατολής.  Και τούτο διότι η «λογική» της Συνθήκης «Δουβλίνο ΙΙ» «φορτώνει» όλα τα βάρη του ασύλου στις χώρες του ευρωπαϊκού νότου –αφού αυτές συνιστούν, κατά κανόνα, πύλη πρώτης εισόδου των αιτούντων άσυλο- καθιστώντας έτσι την διαχείρισή του από άκρως δυσχερή ως κυριολεκτικώς αδύνατη.  Με ό,τι αυτό συνεπάγεται ως προς την όλη εικόνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναφορικά με τον σεβασμό της αξίας του Ανθρώπου και την εγγύηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων του.

Ε. Και ως προς τον πέμπτο κίονα, η συνέργεια μεταξύ μετανάστευσης και ανάπτυξης μοιάζει με «πουκάμισο αδειανό» κατά τον σεφερικό στίχο.  Διότι όπως αποδεικνύεται ευχερώς στην πράξη από το 2008 ως σήμερα –ιδίως δε μετά την δραματική επιδείνωση της οικονομικής κρίσης- δύσκολα μπορεί να διακρίνει κανείς έστω και ίχνος ευρωπαϊκής αναπτυξιακής σύμπραξης με τις χώρες καταγωγής και διέλευσης μεταναστών.

Τώρα που έφθασε, δυστυχώς, η ώρα της πικρής αλήθειας, η ηγεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης φαίνεται ν’ αναλογίζεται, σφόδρα προβληματισμένη, τις ευθύνες της μπροστά στην έλλειψη εφαρμογής της μεταναστευτικής πολιτικής που η ίδια είχε θεσμοθετήσει το 2008.  Καθώς όμως η ηγεσία αυτή «ξαναδιαβάζει» σήμερα, υπό τις προαναφερόμενες συνθήκες, το Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για την Μετανάστευση και το Άσυλο, μάλλον της ταιριάζει ο πασίγνωστος  ακροτελεύτιος στίχος του Charles Baudelaire από το ποίημά του «Au Lecteur» («Στον Αναγνώστη»): «Hypoctrite Lecteur, -mon semblable, – mon frère!» («Υποκριτή αναγνώστη, – όμοιέ μου, – αδελφέ μο.

Η ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

Ουδείς μπορεί ν’ αμφιβάλλει πια ότι βιώνουμε την κορύφωση της παραμορφωτικής στρέβλωσης του κλασικού καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος.  Η στρέβλωση αυτή είναι απόρροια και της βασικής επιδίωξης του νεοφιλελευθερισμού να προκαλέσει πλήρη ανάπτυξη των αγορών χρηματοπιστωτικών προϊόντων, ανατρέποντας το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς κρατικού, lato sensu, ελέγχου των αντίστοιχων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Και μάλιστα, κατά προκλητική υποτίμηση της δραματικής εμπειρίας του κραχ του 1929.  Η πορεία ανατροπής του ως άνω νομοθετικού καθεστώτος ελέγχου των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων ακολούθησε, grosso modo, την εξής διαδρομή:

Ι. Προηγήθηκε η ευθεία επέμβαση στο τραπεζικό σύστημα, όπως τούτο είχε δομηθεί, από πλευράς ελέγχου του, μέσω του νόμου Glass-Steagall.

Α. Υπενθυμίζεται ότι ο νόμος Glass-Steagall ίσχυσε στις Η.Π.Α. μετά το 1933, με στόχο την προστασία της αμερικανικής οικονομίας από χρηματοπιστωτικές εκρήξεις ανάλογες εκείνης του 1929.  Την προστασία αυτή επιτύγχανε το κατά τ’ ανωτέρω νομοθέτημα μέσ’ από την εμπέδωση της «τραπεζικής πίστης», δια της οδού της διασφάλισης των καταθέσεων ακόμη και σε περίπτωση χρεοκοπίας μιας τράπεζας.  Το νόμο Glass-Steagall συμπλήρωσαν στην συνέχεια επιμέρους κανονισμοί λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος οι οποίοι, μεταξύ άλλων, οδήγησαν και στην καθιέρωση της βασικής διάκρισης μεταξύ «εμπορικών τραπεζών» κι «επενδυτικών τραπεζών», με τις πρώτες ν’ αποτελούν την «ατμομηχανή» στην πορεία κατοχύρωσης της «τραπεζικής πίστης».

Β. Οι προαναφερόμενοι κανονισμοί διατήρησαν, grosso modo, και τον κανόνα της «κεφαλαιακής επάρκειας» ιδίως των εμπορικών τραπεζών.  Ήτοι τον κανόνα ότι μια εμπορική τράπεζα –αντιθέτως προς την εντελώς σχετικοποιημένη παρουσία τέτοιων κανόνων στο πεδίο των επενδυτικών τραπεζών- οφείλει να εγγυάται, κατά συγκεκριμένο ποσοστό καθοριζόμενο κάθε φορά θεσμικώς, την αξία του συνόλου των καταθέσεων που δέχεται με την αξία των κάθε είδους περιουσιακών στοιχείων, τα οποία της ανήκουν.  Έτσι ο καταθέτης, ο οποίος είναι ο κύριος τροφοδότης της εμπορικής τράπεζας μέσω των καταθέσεών του, είναι βέβαιος για την ασφαλή τοποθέτηση της κατάθεσής του, ακόμη και αν η τράπεζα χρεοκοπήσει, αφού η τραπεζική πίστη είναι δεδομένη στην βάση των ίδιων τραπεζικών περιουσιακών στοιχείων, πέρα κι έξω από την συμβολή των καταθέσεων στο συνολικό κεφάλαιό της.

Γ. Μόλις όμως ξεκίνησε η προεδρία του Ronald Reagan, το 1980, και υπό την ακατάσχετη επιρροή νεοφιλελεύθερων χρηματοπιστωτικών αντιλήψεων, η διάκριση μεταξύ εμπορικών κι επενδυτικών τραπεζών άρχισε να καταργείται στην πράξη.

1. Την αφετηρία σηματοδότησε, το 1982, ο νόμος Garn-St Germain, τον οποίο ο ίδιος ο Reagan, οπαδός της νεοφιλελεύθερης «απορρύθμισης» στην οικονομία, χαρακτήρισε ως «το πρώτο βήμα ενός ολοκληρωμένου προγράμματος χρηματοπιστωτικής απορρύθμισης». Με το νόμο αυτόν «χαλάρωσαν» οι περιορισμοί του νόμου Glass-Steagall ως προς τα είδη δανείων που μπορούν να χορηγούν οι εμπορικές τράπεζες, φυσικά προς την κατεύθυνση δανείων υψηλότερου χρηματοπιστωτικού κινδύνου.

2. Την «ταφόπλακα» στη διάκριση μεταξύ εμπορικών και επενδυτικών τραπεζών έβαλε επί της προεδρίας του ο Bill Clinton, όταν πλέον και κατάργησε όλους, σχεδόν, τους κανονισμούς οι οποίοι θεσμοθετούσαν την διάκριση αυτή (νόμος GrammLeachBliley του 1999).  Και κάπως έτσι στις ΗΠΑ –και όχι μόνο, λόγω της τεράστιας επιρροής του αμερικανικού τραπεζικού συστήματος στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό γίγνεσθαι- και οι εμπορικές τράπεζες μπήκαν για τα καλά στους «πειρασμούς» εξαιρετικά επικίνδυνων επενδυτικών συμπεριφορών.  Σήμερα ο Barak Obama επιχειρεί να γυρίσει πίσω, στις ρίζες της προμνημονευόμενης διάκρισης που, το 1933, στήριξε την τραπεζική πίστη στις ΗΠΑ.

ΙΙ. Δυστυχώς, το νεοφιλελεύθερο αυτό «πρότυπο» κατάργησης του κρατικού ελέγχου επί των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων επηρέασε –κι εξακολουθεί ακόμη περισσότερο να επηρεάζει- την όλη δομή και λειτουργία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης, πρωτίστως λόγω των γερμανικής «έμπνευσης» στοχεύσεων.  Στοχεύσεων, οι οποίες αποβλέπουν από τη μια πλευρά στο να μην έχει η ΕΚΤ δυνατότητες υιοθέτησης πρακτικών ποσοτικής χαλάρωσης ανάλογες μ’ εκείνες της Fed. Και, από την άλλη πλευρά, στο να μείνει στο απυρόβλητο ενός αποτελεσματικού ευρωπαϊκού κεντρικού τραπεζικού ελέγχου το γερμανικό τραπεζικό σύστημα.  Κάπως έτσι:

Α. Η ΕΚΤ δεν έχει τις ουσιαστικές εκείνες αρμοδιότητες -και τ’ ανάλογα μέσα- οι οποίες θα της επέτρεπαν ν’ αντιδράσει αποτελεσματικώς στις κερδοσκοπικές επιθέσεις των «αγορών» εναντίον των κρατικών ομολόγων των μελών της Ευρωζώνης, και όχι μόνον.  Ιδίως δε στερείται της δυνατότητας έκδοσης «ευρωομολόγου» οιασδήποτε μορφής, πράγμα το οποίο σηματοδοτεί και το πιο χαρακτηριστικό μειονέκτημά της έναντι της Fed.

Β. Παρά τις σχετικώς πρόσφατες θεσμικές παραβάσεις στο πεδίο του πρωτογενούς και παράγωγου ευρωπαϊκού δικαίου, ο έλεγχος της ΕΚΤ επί του τραπεζικού συστήματος των κρατών-μελών της Ευρωζώνης παραμένει μάλλον χαλαρός.  Και ως προς το γερμανικό τραπεζικό σύστημα, όπως προεκτέθηκε, ουσιαστικά αναιμικός.

ΙΙΙ. Η υπό τους όρους αυτούς εγκατάλειψη του προγενέστερου προστατευτικού νομοθετικού καθεστώτος κρατικού ελέγχου των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων «απελευθέρωσε», δίχως ελεγκτικούς φραγμούς πλέον, τις μεταξύ τους συναλλαγές καθώς και τις συναλλαγές τους με τις «αγορές» κατά την αγοραπωλησία παράγωγων χρηματοπιστωτικών προϊόντων.

Α. Μια τέτοια «απελευθέρωση» έχει οδηγήσει και στην «απελευθέρωση» της σύναψης επενδυτικών συμβάσεων, οι οποίες προσφέρουν δήθεν «επενδυτικές ευκαιρίες», με τη μορφή αμιγώς στοιχηματικού χαρακτήρα «επενδυτικών προϊόντων».  Ήτοι προϊόντων που εξυπηρετούν κερδοσκοπικούς στόχους, οι οποίοι κινούνται συνήθως στα όρια του οικονομικού τυχοδιωκτισμού.  Οι κίνδυνοι από την, ολοένα εντεινόμενη μάλιστα, διακίνηση των προϊόντων αυτών είναι τόσο περισσότερο ορατοί, όσον η απουσία του κρατικού ελέγχου επί των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων δεν επιτρέπει, κυρίως στους μικρότερους από πλευράς οικονομικής δύναμης επενδυτές, να γνωρίζουν αν και κατά πόσον τα κατά περίπτωση χρηματοπιστωτικά ιδρύματα διαθέτουν πραγματικά τ’ απαιτούμενα κεφάλαια για την κάλυψη των in concreto αναλαμβανόμενων εκ μέρους τους χρηματοπιστωτικών κινδύνων.

Β. Και μάλλον ματαίως –τουλάχιστον ως τώρα- επιχειρείται, προς διόρθωση των προεκτεθέντων μειονεκτημάτων του νεοφιλελεύθερου χρηματοπιστωτικού προτύπου, η θέσπιση κανόνων επιστροφής στο προγενέστερο προστατευτικό νομοθετικό καθεστώς, ιδίως ως προς την κεφαλαιακή επάρκεια των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων.  Και τούτο διότι τα υιοθετούμενα θεσμικά μέσα δεν διαθέτουν την απαιτούμενη κανονιστική αποτελεσματικότητα.  Συγκεκριμένα, τα μέσα αυτά φέρουν περισσότερο τα χαρακτηριστικά οιονεί «πολιτικών αποφάσεων», και όχι τόσο κανόνων που ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις μιας lex perfecta.  Άκρως αντιπροσωπευτικά της ως άνω τραυματικής χρηματοπιστωτικής εμπειρίας είναι, για την Ευρωπαϊκή Ένωση και την  Ευρωζώνη, τα παραδείγματα των Κανονισμών 236/2012, ως προς την ρύθμιση των συμβολαίων ανταλλαγής κρατικού πιστωτικού κινδύνου.  Και 648/2012, ως προς τα παράγωγα συμβόλαια που έχουν ως αντικείμενο την αντιμετώπιση των κινδύνων κρατικών χρεωστικών τίτλων.

Υπό τα δεδομένα που προεκτέθηκαν, η σύγχρονη τραπεζική κρίση στο πλαίσιο της Ευρωζώνης –και, συνακόλουθα, της Ευρωπαϊκής Ένωσης- δεν πρόκειται να λήξει οριστικά αν δεν επέλθει μια ξεκάθαρη διάκριση μεταξύ εμπορικών κι επενδυτικών τραπεζών, βασισμένη σε στέρεα θεσμικά θεμέλια.  Διάκριση, την οποία θα εγγυάται εποπτικώς η ΕΚΤ, εφοδιασμένη βεβαίως με τα κατάλληλα, επίσης θεσμικά, μέσα ελέγχου.  Τα οποία όμως, όπως ήδη επισημάνθηκε, κάθε άλλο παρά διαθέτει σήμερα.  Θα εκπέμψει λοιπόν ο Μάριο Ντράγκι το, ήδη καθυστερημένο, άκρως επείγον σήμα κινδύνου;

Η «ΑΧΙΛΛΕΙΟΣ ΠΤΕΡΝΑ» ΤΟΥ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟΥ ΜΑΣ ΣΥΣΤΗ

Ο φόρος –και, συνακόλουθα, το φορολογικό σύστημα στο οποίο εντάσσεται- μπορεί ν’ ανταποκριθεί στη θεσμική και οικονομική αποστολή του μόνον όταν αφενός είναι αποτελεσματικός, δηλαδή όταν η εισπραξιμότητά του είναι διασφαλισμένη.  Και, αφετέρου και κυρίως, όταν ανταποκρίνεται πλήρως –βεβαίως μεταξύ άλλων συνταγματικών διατάξεων- στον θεμελιώδη κανόνα του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος, κατά τον οποίο: «Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους».  Δηλαδή στον κανόνα, ο οποίος εγγυάται και την φορολογική δικαιοσύνη υπό την αναλογική της διάσταση.

I.       Κατά λογική ακολουθία, η ανεπάρκεια –κατ’ επιεική φυσικά έκφραση- του φορολογικού μας συστήματος μπορεί και πρέπει ν’ αναζητηθεί από τη μια πλευρά στην ατέλεια των αντίστοιχων φορολογικών νόμων και στην αέναη αλλαγή τους –υπό όρους μάλιστα πρωτεϊκών μεταβολών και οβιδιακών μεταμορφώσεων- που οδηγούν, μοιραίως, και στην αδυναμία διαμόρφωσης «φορολογικής συνείδησης» από την πλευρά των φορολογουμένων αλλά και στην αδυναμία των φορολογικών αρχών να εμπεδώσουν το νομικό καθεστώς, το οποίο καλούνται να εφαρμόσουν στην πράξη.  Και, από την άλλη πλευρά, σε μια βαριά φορολογία, η οποία δεν ανταποκρίνεται, κατά βάση και κατά κανόνα, στον ως άνω κανόνα της φορολογικής δικαιοσύνης που προορίζεται να προστατεύει πρωτίστως τους οικονομικώς ασθενέστερους φορολογουμένους.


II.       

Πέραν τούτου όμως το κατά τ’ ανωτέρω κλίμα ανεπάρκειας του φορολογικού μας συστήματος επιδεινώνεται και από την ακόλουθη αιτία, διαχρονική και, κατά κάποιον τρόπο, «αειθαλή»:  Σύμφωνα με την κατάσταση που διαμορφώνει η μεγάλη πλειοψηφία των νόμων περί φόρου, πρωταρχικό ρόλο -θάλεγε κανείς σ’ αρκετές περιπτώσεις καθοριστικό- διαδραματίζει η υποκειμενική κρίση των διοικητικών οργάνων που έχουν την αρμοδιότητα εφαρμογής της φορολογικής νομοθεσίας.  Και δη όχι όχι μόνον ως προς τον προσδιορισμό του ύψους του φόρου μέσω των φορολογικών συντελεστών, αλλ’ ακόμη και ως προς τον καθορισμό του αντικειμένου της φορολογίας.  Και τούτο, διότι συχνά ο νομοθέτης εισάγει, στον κανόνα δικαίου που θεσπίζει τον φόρο, αόριστες αξιολογικές έννοιες, τις οποίες καλείται στην συνέχεια να συγκεκριμενοποιήσει το καθ’ ύλην αρμόδιο διοικητικό όργανο.  Εξ ού και τα γνωστά και πολλαπλά φαινόμενα αυθαιρεσίας ή και διαφθοράς, τα οποία υπονομεύουν επικίνδυνα την όλη αξιοπιστία του φορολογικού μας συστήματος, ιδίως έναντι των οικονομικώς ασθενέστερων φορολογουμένων.

III.        Είναι λοιπόν προφανές ότι, με την συνδρομή και της σύγχρονης τεχνολογίας που μπορεί να συμβάλλει τα μέγιστα προς την κατεύθυνση αυτή, το φορολογικό μας σύστημα οφείλει να θωρακισθεί με κανόνες δικαίου, οι οποίοι επιτρέπουν τον καθορισμό του αντικειμένου και τον προσδιορισμό του ύψους του φόρου μ’ όσο το δυνατόν περισσότερο αντικειμενικά κριτήρια, μη επιδεκτικά υποκειμενικής εκτίμησης κι αντίστοιχης παραμόρφωσης.

Α. Πρόσφορη μέθοδος προς την κατεύθυνση αυτή είναι η υιοθέτηση, από την πλευρά του νομοθέτη και της κανονιστικώς δρώσας διοίκησης όπου και όταν είναι συνταγματικώς ανεκτή νομοθετική εξουσιοδότηση στο πεδίο της φορολογικής νομοθεσίας, αποτελεσματικών τεκμηρίων, η συνδρομή των οποίων καθιστά οιονεί δέσμια την αρμοδιότητα των in concreto διοικητικών φορολογικών αρχών ως προς τον προσδιορισμό του αντικειμένου και του ύψους του φόρου.  Ένα αρκούντως αντιπροσωπευτικό δείγμα τέτοιου τεκμηρίου συνιστά η έννοια της αντικειμενικής αξίας, η οποία εδώ και καιρό χρησιμοποιείται ως βάση για τον καθορισμό του φόρου αναφορικά με την ακίνητη ιδιοκτησία.

Β. Στο σημείο όμως αυτό καθίσταται απολύτως αναγκαία η διευκρίνιση ότι τα προμνημονευόμενα τεκμήρια τότε μόνον μπορούν να εγγυηθούν την ορθολογική –συνεπώς αποτελεσματική και αποδοτική- λειτουργία του φορολογικού μας συστήματος, όταν υπηρετούν στο ακέραιο την έννοια της φορολογικής δικαιοσύνης κατ’ άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος, για την οποία έγινε λόγος προηγουμένως.  Σε συνδυασμό μάλιστα με τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, οι οποίες κατοχυρώνουν το δικαίωμα αίτησης και παροχής αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, οριστικής και προσωρινής ως εξής: «Καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ’ αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει».  Μ’ άλλες λέξεις:

1. Πρώτον, τα φορολογικά τεκμήρια πρέπει ν’ ανταποκρίνονται καθ’ ολοκληρίαν στην πραγματικότητα, κυρίως σ’ ό,τι αφορά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του αντικειμένου του φόρου.  Και όχι να στηρίζονται σε μια πλασματική, κατ’ ακολουθίαν δε εικονική, πραγματικότητα, την οποία διαμορφώνει ο νομοθέτης που θεσπίζει τον φόρο με μόνο στόχο τον όγκο των επιδιωκόμενων κρατικών εσόδων.  Παράδειγμα προς αποφυγήν στην προκείμενη περίπτωση συνιστούν το ΕΕΤΗΔΕ και ο ΕΝΦΙΑ, δεδομένου ότι ο μέσω αυτών επιβαλλόμενος φόρος στην ακίνητη ιδιοκτησία καθορίζεται μ’ αντικειμενικές αξίες προδήλως πολλαπλάσιες της εμπορικής.  Και κάπως έτσι ο φόρος οδηγεί, δια της οδού της ευθείας παραβίασης και του κατά τ’ ανωτέρω άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος, σ’ έμμεση δήμευση της ακίνητης ιδιοκτησίας.

2. Δεύτερον, τα φορολογικά τεκμήρια πρέπει να είναι μαχητά.  Με την έννοια ότι ο πληττόμενος φορολογούμενος μπορεί να τα ανατρέψει, χρησιμοποιώντας τα καταλλήλως θεσμοθετημένα αποδεικτικά μέσα, δια της δικαστικής οδού.  Αφού υπό διαφορετική εκδοχή, δηλαδή αν το φορολογικό τεκμήριο οργανώνεται κανονιστικώς ως αμάχητο, παραβιάζεται ευθέως το προαναφερόμενο δικαίωμα αίτησης και παροχής δικαστικής προστασίας κατ’ άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος.

 Συμπερασματικώς, αν δεν είναι δυνατό να προβλεφθεί επαρκώς, μέσα στις τρέχουσες δυσμενέστατες μνημονιακές δεσμεύσεις και συνθήκες της Χώρας, ο χρόνος, ο οποίος απαιτείται για την δραστική μείωση των φορολογικών βαρών –φυσικά όπου τούτο είναι αναγκαίο κατά τις επιταγές της φορολογικής δικαιοσύνης- τουλάχιστον είναι απολύτως εφικτό να μειωθεί δραστικώς η υποκειμενική κρίση των αρμόδιων διοικητικών αρχών, όταν εφαρμόζουν τους κανόνες δικαίου σχετικά με το αντικείμενο και το ύψος του φόρου.  Και με τον τρόπο αυτόν είναι επίσης απολύτως εφικτό να καταπολεμηθεί στην πράξη η αυθαιρεσία και η διαφθορά, οι οποίες έχουν αποκτήσει χαρακτηριστικά ενδημικής μάστιγας σε βάρος όχι μόνο της φορολογικής δικαιοσύνης. Αλλά και αυτού τούτου του αισθήματος δικαίου του χειμαζόμενου οικονομικώς ασθενέστερου φορολογουμένου.