Συνεντεύξεις

ΟΙ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΤΟΧΙΚΟ ΔΑΝΕΙΟ ΚΑΙ ΤΙΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ ΕΙΝΑΙ ΠΛΗΡΩΣ ΕΝΕΡΓΕΣ

Οι σημερινοί ισχυρισμοί του Υπουργού Οικονομικών της Γερμανίας κ. Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, αναφορικά με τις απαιτήσεις της Ελλάδας ως προς το κατοχικό δάνειο και τις αποζημιώσεις, είναι προδήλως –αλλά και προκλητικώς- εσφαλμένοι.  Όχι μόνον δεν υφίσταται ζήτημα παραγραφής ή προηγούμενης ρύθμισης, όπως ισχυρίζεται ο κ. Σόιμπλε, αλλά όλως αντιθέτως οι ως άνω ελληνικές απαιτήσεις είναι πλήρως ενεργές από νομική άποψη, όπως άλλωστε είχα επισημάνει ήδη από το 2013 (π.χ. συνέντευξη στη  ΝΕΤ και στην εκπομπή «Συμβαίνει τώρα», στις 15.4.2013).  Τότε είχα τονίσει:

«Διευκρινίζω ότι έχουμε να κάνουμε με δύο εντελώς διαφορετικά, από νομική άποψη, θέματα. Ήτοι:

Ι. Πρώτον, με το κατοχικό δάνειο προς τη Γερμανία, το οποίο συνήφθη υποχρεωτικώς –ορθότερα με καταναγκαστικό και εκβιαστικό τρόπο- μεταξύ της κατοχικής Ελληνικής Κυβέρνησης και της Γερμανίας, προς συντήρηση των στρατευμάτων κατοχής.  Εδώ πρόκειται, λοιπόν, από νομική σκοπιά για ενοχή εκ συμβάσεως.  Άρα η αντίστοιχη εκ της συμβάσεως απαίτηση της Ελλάδας είναι ενδοσυμβατικής και όχι αδικοπρακτικής προέλευσης.

 

Α. Σ’ αυτήν την απαίτηση προστίθενται ποσά τα οποία προκύπτουν από συναφείς προς τη δανειακή σύμβαση αιτίες, όπως είναι ιδίως οι τόκοι υπερημερίας λόγω μη έγκαιρης εξόφλησης.

Β. Για την απαίτηση αυτή δεν τίθεται ούτε θέμα παραγραφής ούτε θέμα παραίτησης.  Τίθεται μόνο ζήτημα συνολικού υπολογισμού της ως σήμερα.  Ας σημειωθεί ότι η ελληνική θέση γίνεται νομικώς τόσο περισσότερο ισχυρότερη, όσο ήδη από την κατοχική περίοδο είχε αρχίσει η αποπληρωμή του δανείου, σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά κατά καιρούς.

ΙΙ. Και,  δεύτερον, με τις αποζημιώσεις λόγω ανθρώπινων θυμάτων και υλικών καταστροφών στην Ελλάδα από τις δυνάμεις κατοχής.

Α. Επισημαίνω πριν απ’ όλα ότι το 1946, στη Διάσκεψη των Παρισίων, είχε προσδιορισθεί ένα –κατά προσέγγιση- ποσό τέτοιων αποζημιώσεων προς την Ελλάδα ύψους 7,5 δισ. δολαρίων.

Β. Κυρίως δε τονίζω με έμφαση ότι το 1953, με τη Συμφωνία του Λονδίνου, δεν «χαρίσθηκαν» στη Γερμανία οι οφειλές της λόγω πολεμικών αποζημιώσεων, όπως η γερμανική πλευρά «τεχνηέντως» φαίνεται να διατείνεται.  Η Συμφωνία αυτή απλώς έθεσε «σε αδράνεια» τις οφειλές της Γερμανίας ως την υπογραφή, κατά το Διεθνές Δίκαιο (Δίκαιο του Πολέμου) «Συμφώνου Ειρήνης» μεταξύ της τελευταίας και των Δυνάμεων που νίκησαν στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.  Πρόκειται νομικώς για ένα είδος «αναβλητικής αίρεσης» (lato sensu) σχετικά με την εξόφληση των υποχρεώσεων της Γερμανίας, επειδή τότε θεωρήθηκε ότι αυτή δεν διέθετε –πρωτίστως λόγω της διαίρεσής της σε Δυτική και Ανατολική- την κατά το διεθνές δίκαιο απαιτούμενη πολιτειακή υπόσταση για ανάληψη και εκπλήρωση συναφών υποχρεώσεων.

1. Τούτο –ήτοι η ικανότητα σύναψης «Συμφώνου Ειρήνης»- επήλθε το 1990.  Όταν μετά την επανένωση της Γερμανίας η τελευταία απέκτησε ενιαία νομικώς πολιτειακή υπόσταση και κυριαρχία.  Ειδικότερα το 1990 υπογράφηκε το λεγόμενο «Σύμφωνο 2 + 4» μεταξύ της ενωμένης πλέον Γερμανίας και ΗΠΑ, ΕΣΣΔ, Γαλλίας και Αγγλίας.

2. Γίνεται δε σήμερα γενικώς και επισήμως δεκτό –και de facto το έχει αποδεχθεί και η Γερμανία, αφού στη βάση αυτή στηρίζει την εν γένει κυριαρχία της- ότι το ως άνω Σύμφωνο επέχει τη θέση του «Συμφώνου Ειρήνης» που περιγράφει, κατά το Διεθνές Δίκαιο, η προαναφερόμενη Συμφωνία του Λονδίνου του 1953.  Και τούτο διότι μόνον έκτοτε η Γερμανία μπορούσε να υπογράψει ένα τέτοιο «Σύμφωνο», δεδομένου ότι μόνο τότε, όπως ήδη τόνισα, απέκτησε την ενότητά της και την ενιαία κυριαρχία της μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Γ. Το «Σύμφωνο 2 + 4» καλύπτει, λόγω της νομικής φύσης του αλλά και γενικότητάς του, και τα μη συμβαλλόμενα πλην όμως παθόντα από την γερμανική κατοχή κράτη, όπως η Ελλάδα.  Είναι δηλαδή νομικό κείμενο γενικής εφαρμογής.

Δ. Η από ελληνικής πλευράς νομική βάση των αποζημιωτικών απαιτήσεων κατά της Γερμανίας βρίσκει σταθερό έρεισμα κυρίως στις διατάξεις του άρθρου 3 της Δ΄ Σύμβασης της Χάγης του 1907, οι οποίες κωδικοποίησαν και τις ως τότε διατάξεις του Δικαίου του Πολέμου.  Κατά τις διατάξεις αυτές «ο εμπόλεμος όστις ήθελε παραβιάσει τας διατάξεις του Κανονισμού θα υποχρεούται, αν συντρέχει λόγος, εις αποζημίωσιν, θα είναι δε υπεύθυνος δια πάσας τα πράξεις τας διαπραχθείσας υπό των προσώπων των μετεχόντων της στρατιωτικής του δυνάμεως».  Επέκεινα οι διατάξεις των άρθρων 46 και 47 του «Κανονισμού Νόμων και Εθίμων του Πολέμου στην ξηρά», ο οποίος είναι προσαρτημένος στη Δ΄ Σύμβαση της Χάγης του 1907, καθιερώνουν και τις δύο θεμελιώδεις αρχές του Δικαίου του Πολέμου, ήτοι τις αρχές της προστασίας του σεβασμού του Ανθρώπου και της ατομικής ιδιοκτησίας.  Όλες αυτές τις αρχές επικαιροποίησε η απόφαση του Διεθνούς Στρατιωτικού Δικαστηρίου της Νυρεμβέργης του 1946.

1. Αυτό είχε αποδεχθεί, έναντι της ελληνικής Κυβέρνησης, επισήμως το 1965 ο τότε Καγκελάριος Λούτβιχ Έρχαρτ.

2. Ο ίδιος δε είχε τότε μιλήσει για επανορθώσεις ύψους 500 εκ. γερμανικών μάρκων.

ΙΙΙ. Η σχετικώς πρόσφατη απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, με την οποία απορρίφθηκε ιταλικό αίτημα –υπήρχε και παρέμβαση Ελλήνων διαδίκων- για πολεμικές αποζημιώσεις έναντι της Γερμανίας, ουδόλως αλλάζει τα προαναφερόμενα νομικά δεδομένα και επιχειρήματα υπέρ της Ελλάδας.  Και τούτο διότι η ως άνω απόφαση εκδόθηκε ύστερα από προσφυγή ιδιωτών.  Τώρα γίνεται λόγος για απαιτήσεις του Ελληνικού Κράτους, κατά το Διεθνές Δίκαιο, τόσο για εξόφληση του κατοχικού δανείου όσο και για την καταβολή αποζημιώσεων λόγω των «πεπραγμένων» των γερμανικών στρατευμάτων κατοχής krediti ar sliktu vesturi.

Α. Σύμφωνα με πρόχειρους υπολογισμούς, το ελάχιστο των κατά τα προαμνημονευόμενα ελληνικών απαιτήσεων έναντι της Γερμανίας είναι σήμερα, περίπου, 60 δισ. ευρώ από το κατοχικό δάνειο και 110 δισ. ευρώ λόγω αποζημιώσεων.  Ήτοι σύνολο, περίπου, 170 δισ. ευρώ.  Αλλ’ αυτό είναι θέμα ειδικότερου υπολογισμού, ο οποίος θα γίνει με την επιμέλεια των αρμόδιων ελληνικών κρατικών αρχών.

Β. Και κάτι τελευταίο: Η σημερινή ευρωπαϊκή συγκυρία, η οποία χαρακτηρίζεται και από την ανάγκη οριοθέτησης των υποχρεώσεων των χωρών της ευρωζώνης ως προς την επίτευξη βασικών δημοσιονομικών στόχων –μεταξύ των οποίων προέχουσα θέση κατέχει το δημόσιο χρέος κάθε χώρας-μέλους- επιβάλλει και την επίλυση των μεταξύ των χωρών αυτών κάθε είδους συναφών διαφορών, με βάση το ευρωπαϊκό και το διεθνές δίκαιο Iniciativa.lv vietne

ΥΠΟΥΡΓΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

Αντικείμενο: Πίνακας των, διαδοχικώς, κατόχων ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου κατά την τελευταία τετραετία

Από τον Νοέμβριο του 2011, δια της οδού του κοινοβουλευτικού ελέγχου, ζητώ από το Υπουργείο Οικονομικών στοιχεία ως προς τους κατόχους των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, σε διάφορα κρίσιμα χρονικά διαστήματα, από την 31/12/2008 έως και την 31/12/2011 rentefrit lån af pengaro.dk.

Την πρώτη Αίτηση Κατάθεσης Εγγράφων σχετικώς με το ως άνω ζήτημα την υπέβαλα την 2/11/2011, δίχως όμως στην απάντησή του ο τότε Αναπληρωτής Υπουργός Οικονομικών κ. Φίλιππος Σαχινίδης να μου γνωστοποιήσει και να μου καταθέσει στο ακέραιο τα αιτούμενα στοιχεία.  Επανήλθα με νέα Αίτηση Κατάθεσης Εγγράφων, την 6/8/2012, και ζήτησα να μου κοινοποιηθούν τα ίδια στοιχεία.

Στην απάντησή του ο Αναπληρωτής Υπουργός Οικονομικών, αν και διευκρινίζει ότι δεν είναι εφικτή η ομαδοποίηση των κατόχων ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου για τις τράπεζες της αλλοδαπής με βάση τη χώρα προέλευσής τους, παραθέτει συνοπτικό πίνακα των κατόχων των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, από τον οποίο εξάγονται τα εξής εξαιρετικά χρήσιμα και κρίσιμα συμπεράσματα:

1.     Πρώτον, μέσα σε δύο, μόλις, χρόνια, δηλαδή από την 31/12/2009 έως την 31/12/2011, οι Ελληνικές Τράπεζες αύξησαν την έκθεσή τους σε ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου κατά 133,7% (από 20,1 δισ. ευρώ σε 46,9 δισ. ευρώ).

2.     Δεύτερον, η Τράπεζα της Ελλάδος, κατά την ίδια χρονική περίοδο, αύξησε την έκθεσή της κατά 110% (από 3,5 σε 7,5 δισ. ευρώ), ενώ οι Έλληνες ιδιώτες –φυσικά και νομικά πρόσωπα- κατά 120% (από 2,2 σε 4,5 δισ.  ευρώ).

3.     Τρίτον, κατά την ίδια περίοδο οι ξένοι κάτοχοι ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, που διατηρούν το χαρτοφυλάκιό τους σ’ Έλληνες θεματοφύλακες, μείωσαν την έκθεσή τους στα ως άνω ομόλογα εντυπωσιακώς.

Β. Από τ’ ανωτέρω στοιχεία συνάγεται αβιάστως ότι συστηματικά, κατά τη διετία 2010-2011, οι ξένοι παράγοντες των αγορών και ιδίως οι ξένες τράπεζες, πρωτίστως δε οι Γερμανικές, οι Γαλλικές και οι Αγγλικές –φυσικά με τη στήριξη των Κυβερνήσεών τους, οι οποίες συντελούσαν στην καθυστέρηση αναδιάρθρωσης του δημόσιου χρέους της Ελλάδας προκειμένου να κερδηθεί χρόνος-  πωλούσαν μαζικά ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου που κατείχαν στα χαρτοφυλάκιά τους, ενώ αγόραζαν, μεταξύ άλλων, και οι Ελληνικές Τράπεζες, η Τράπεζα της Ελλάδος, οι Έλληνες ιδιώτες –φυσικά και νομικά πρόσωπα- και, αυτονοήτως, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.  Το περαιτέρω συμπέρασμα που, επίσης αβιάστως, προκύπτει είναι ότι οι ξένοι παράγοντες των αγορών, οι οποίοι γνώριζαν, πωλούσαν.  Ενώ αγόραζαν οι Έλληνες, φυσικά ή νομικά πρόσωπα, πιστεύοντας και τις κατηγορηματικές δηλώσεις του οικονομικού επιτελείου της Κυβέρνησης Γ. Παπανδρέου ότι δεν πρόκειται να γίνει αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους και, άρα, «κούρεμα» των ομολόγων.

Υπενθυμίζω ενδεικτικώς ορισμένες δηλώσεις του τότε Υπουργού Οικονομικών κ. Γ. Παπακωνσταντίνου.  Ειδικότερα την 13/4/2011, μιλώντας σε συνέδριο των «Financial Times», δήλωνε, urbi et orbi, ότι δεν πρόκειται να γίνει αναδιάρθρωση του χρέους.  Τα ίδια επανέλαβε, με ακόμη πιο κατηγορηματικό τρόπο, σε τηλεοπτική του εμφάνιση την 3/5/2011, με την επισήμανση ότι κάτι τέτοιο «θα ήταν τεράστιο λάθος για τη Χώρα, γιατί θα ζημιωθούν οι Τράπεζες και τ’ Ασφαλιστικά ταμεία».

II.      Όπως είναι ευνόητο, καθένας έχει το δικαίωμα να διερωτάται εάν ο κ. Γ. Παπανδρέου και ο κ. Γ. Παπακωνσταντίνου τελούσαν εν γνώσει αυτής της εξέλιξης ή δεν γνώριζαν, ούτε αυτοί, τι επρόκειτο να συμφωνηθεί στη Σύνοδο Κορυφής, ελάχιστους μόλις μήνες αργότερα!  Εν πάση περιπτώσει το ποιοί έχασαν και ποιοί ωφελήθηκαν απ’ όλον αυτό τον ορυμαγδό δηλώσεων και παρεμβάσεων είναι πλέον πασιφανές:

Α. Κέρδισαν οι ξένοι που γνώριζαν. Και έχασαν, μεταξύ άλλων και κατά κύριο λόγο, οι Ελληνικές Τράπεζες, τα Ελληνικά Ασφαλιστικά Ταμεία, οι Έλληνες ιδιώτες –φυσικά και νομικά πρόσωπα- και η Τράπεζα της Ελλάδος.  Το Υπουργείο Οικονομικών –και η σχετική ευθύνη βαρύνει αποκλειστικώς τους υπηρεσιακούς παράγοντες και όχι τη σημερινή πολιτική ηγεσία- εξακολουθεί να υποστηρίζει ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει τους ξένους κατόχους ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου με βάση τη χώρα προέλευσής τους.  Προφανώς τη θέση αυτή έχει και η Τράπεζα της Ελλάδος.

Β. Όμως μια τέτοια διαχρονική άγνοια των υπηρεσιακών παραγόντων του Υπουργείου Οικονομικών ως προς τους κατόχους των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου δημιουργεί, όπως είναι ευνόητο, ερωτηματικά. Καθώς κατ’ επανάληψη έχουν δημοσιευθεί στοιχεία της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών (Bank for International Settlements (BIS), από τα οποία προκύπτουν, αναλυτικά, αδιάσειστα τεκμήρια για τους κατόχους ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου ανά χώρα προέλευσης.  Πώς είναι δυνατόν να μην γνωρίζουν οι υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομικών και της Τράπεζας της Ελλάδος αυτά που γνωρίζει και δημοσιοποιεί π.χ. η B.I.S.;

Κατόπιν των ανωτέρω,

ΖΗΤΩ

      Την κατάθεση των ακόλουθων εγγράφων με τ’ αντίστοιχα στοιχεία, εν ανάγκη και με συνδρομή θεσμικών παραγόντων εκτός Ελλάδος, όπως η B.I.S., από τα οποία προκύπτει:

1.     Πρώτον, πόσες εκδόσεις ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου έγιναν μετά την 1/1/2009, πότε, ποιά τα ποσά και ποιοί αγόρασαν τα ομόλογα κατά κατηγορία (Ελληνικές Τράπεζες, Ελληνικά Ασφαλιστικά Ταμεία, Έλληνες ιδιώτες –φυσικά και νομικά πρόσωπα-, ξένες τράπεζες και χρηματοοικονομικοί οργανισμοί κλπ).

2.     Δεύτερον, πόσες πωλήσεις ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου έγιναν στη δευτερογενή αγορά το 2010 και το 2011.  Ποιοί πωλούσαν και ποιοί αγόραζαν.

3.     Τρίτον, Ποιες εκδόσεις ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου έληξαν το 2010 και το 2011 και, αναλυτικώς, ποιά ποσά αποπληρώθηκαν. Πόσα απ’ αυτά καταβλήθηκαν σ’ Ελληνικές Τράπεζες, στα Ελληνικά Ασφαλιστικά Ταμεία, σε Έλληνες ιδιώτες –φυσικά ή νομικά πρόσωπα- και πόσα σε ξένες τράπεζες.

www.pengaro.dk/hurtig-lan/

4.     Τέταρτον, σύμφωνα μ’ επιστολή που μου έστειλε την 30/9/2012 ο Διευθυντής της Τράπεζας της Ελλάδος κ. Μιχαλόπουλος, κατά τη διετία 2009-2011 το 75% των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου που απέκτησαν τ’ Ασφαλιστικά Ταμεία προήλθε από την πρωτογενή αγορά.  Πόσα τέτοια ομόλογα αγόρασαν τα ξένα ασφαλιστικά ταμεία το 2010 και το 2011 από την πρωτογενή και τη δευτερογενή αγορά.  Επιπλέον, πόσα ομόλογα εκποιήθηκαν από τα ως άνω ασφαλιστικά ταμεία κατά την ίδια περίοδο.

5.     Πέμπτον, Πόσα ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου αγόρασαν από τη δευτερογενή αγορά το 2010 και το 2011 η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και οι κεντρικές τράπεζες των χωρών της Ευρωζώνης.

6.     Έκτον, Πότε πρόκειται να ολοκληρωθεί το πρόγραμμα ανακεφαλαιοποίησης των Ελληνικών Τραπεζών και το πρόγραμμα για την ενίσχυση της ρευστότητας των Ασφαλιστικών μας Ταμείων, των οποίων τ’ αποθεματικά αποδεκατίσθηκαν.  Και πως θ’ αποζημιωθούν οι Έλληνες ιδιώτες –φυσικά ή νομικά πρόσωπα- κάτοχοι ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου.

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Προκόπη Παυλόπουλου «Το Λυκόφως των Πολιτικών Ηγεσιών: Αιτία ή αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης;»  Στην παρουσίαση, την οποία συντόνισε ο δημοσιογράφος κ. Νίκος Χατζηνικολάου, μίλησαν οι δημοσιογράφοι κ.κ. Γιώργος Δελαστίκ και Σταύρος Λυγερός καθώς και ο συγγραφέας του βιβλίου.
Ειδικότερα οι σχετικές εισηγήσεις έχουν ως εξής.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΕΛΑΣΤΙΚ
«Καλησπέρα σας. Θα αρχίσω με κάτι που δεν το συνηθίζω. Μια προσωπική εξομολόγηση.  Χρόνια είχα sms lån trots skuld hos kronofogden να διαβάσω βιβλίο έλληνα πολιτικού και να το ευχαριστηθώ από βάθους καρδιάς.  Σας το λέω με πάσα ειλικρίνεια. Το ευχαριστήθηκα το βιβλίο του Προκόπη Παυλόπουλου. Πρώτα απ’ όλα διότι παρέβη έναν γενικό κανόνα των ελλήνων πολιτικών. Αντί να μαζέψει τίποτα άρθρα του, κάτι αποσπάσματα από ομιλίες του να τα κάνει ένα τουρλού και να μας το σερβίρει ως βιβλίο, έγραψε πραγματικό βιβλίο. Αυτά μπορεί να τα θεωρείτε αυτονόητα.  Η πείρα μας έχει δείξει πως δεν είναι. Δεν αρκεί όμως ότι έγραψε ένα βιβλίο ο Προκόπης Παυλόπουλος.  Το βιβλίο αυτό ειλικρινά σας συνιστώ –αυτό που θα έκανα στο τέλος το κάνω από την αρχή- σας συνιστώ θερμότατα, ακόμη και όσοι το αγοράσατε σήμερα από λόγους ευγενείας και αβρότητας, να το διαβάσετε. Είναι ένα βιβλίο που θ’ ανοίξει τους ορίζοντές σας.  Δεν υπερβάλλω. Είναι πραγματικά ένα βιβλίο που θα ανοίξει ορίζοντες. Το βιβλίο αυτό έχει ένα τεράστιο πλεονέκτημα. Αντί ν’ αρχίσει να ψάχνει να βρει δικαιολογίες προσωπικές και κατά περίπτωση, όχι γιατί ο ένας υπουργός φέρεται έτσι γιατί ο άλλος πολιτικός φέρεται αλλιώς,κλπ, κλπ,  αναζητεί μια κοινή αιτία. Και η αιτία υπάρχει.  Την ονομάζει και την καταπολεμά σε ολόκληρο το πόνημά του. Η αιτία αυτή είναι ο νεοφιλελευθερισμός.  Είναι μια ολόκληρη θεωρία. Η οποία τι λέει; Λιγότερο κράτος παντού. Αυτό χαϊδεύει μερικά αυτιά. Γιατί έχουμε δει και τόσες παθογένειες του κράτους. Όποιος όμως πέφτει στην παγίδα να νομίζει ότι ο νεοφιλελευθερισμός λύνει το πρόβλημα της κοινωνίας μας κάνει ένα θεμελιώδες λάθος. Δεν συνειδητοποιεί ότι όλα, όλες οι δραστηριότητες, όλοι οι θεσμοί του κράτους,  που συνδέονται με το κράτος, σ’ αυτή την περίπτωση υποβαθμίζονται και απογυμνώνονται από περιεχόμενο.

Διοικητικό δίκαιο

Β΄ έκδοση του πλέον σύγχρονου έργου για το Διοικητικό Δίκαιο.
Το Διοικητικό Δίκαιο εξετάζει θεσμούς που επηρεάζονται άμεσα από τις κοινωνικές εξελίξεις και τις πολιτικές πρωτοβουλίες, γεγονός που το καθιστά ευμετάβολο. Η δεύτερη έκδοση του «Διοικητικού Δικαίου», του πλέον σύγχρονου έργου για την επιστήμη του διοικητικού δικαίου στην ελληνική βιβλιογραφία, είναι πλήρως ενημερωμένη με όλες τις νομοθετικές εξελίξεις που επήλθαν από την πρώτη έκδοση (2004) και έχει λάβει υπ’ όψιν την πλούσια νομολογία που παρήχθη στο ίδιο διάστημα.
Το βιβλίο αποτελείται από έξι κεφάλαια: το πρώτο πραγματεύεται την πορεία εξέλιξης και τις πηγές του Διοικητικού δικαίου· στα κεφάλαια δεύτερο έως πέμπτο αναλύονται η οργάνωση της δημόσιας διοίκησης και της τοπικής αυτοδιοίκησης (μετά και τις μεταβολές που επέφερε ο νόμος για το πρόγραμμα «Καλλικράτης»), η μονομερής και η συμβατική δράση της δημόσιας διοίκησης, η αστική ευθύνη του Δημοσίου κατά τους κανόνες του δημοσίου δικαίου, ενώ ξεχωριστό κεφάλαιο αφιερώνεται στη συνταγματική προστασία της ιδιοκτησίας και στην αναγκαστική απαλλοτρίωση.

Η αμεσότητα και ο μεστός χαρακτήρας του έργου, το καθιστούν απαραίτητο βοήθημα για όσους ασχολούνται με το διοικητικό δίκαιο
Εκδόσεις Σάκκουλα – rahaa nopeasti.

ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΒΟΥΛΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

επί της πρότασης των Βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας για την αναθεώρηση διατάξεων του Συντάγματος, σύμφωνα με τα άρθρα 110 του Συντάγματος και 119 του Κανονισμού της Βουλής

I. Υπό το θεσμικό και πολιτικό καθεστώς του Συντάγματος του 1975, η Χώρα μας έχει βιώσει την μακροβιότερη και σταθερότερη δημοκρατική διακυβέρνηση στην συνταγματική ιστορία της.  Τούτο και μόνον αναδεικνύει αφενός την κανονιστική αξία του Συντάγματος του 1975 και την ανάγκη υπεράσπισης στο μέλλον των βασικών χαρακτηριστικών του, για την περαιτέρω εμπέδωση της Δημοκρατίας μας.  Και, αφετέρου, την κατεύθυνση την οποία πρέπει ν’ ακολουθεί, και στο μέλλον, η διαδικασία αναθεώρησής του, ώστε να μην αλλοιώνεται η θεσμική και πολιτική φυσιογνωμία του.  Αλλά, όλως αντιθέτως, να προσαρμόζεται καταλλήλως στις αενάως μεταβαλλόμενες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, οι οποίες συνιστούν την υποδομή του κανονιστικού εποικοδομήματος του Συντάγματος, φυσικά υπό όρους αμφίδρομης επιρροής.  Αυτήν ακριβώς την υπεύθυνη λογική φιλοδοξεί να υπηρετήσει και η συγκεκριμένη πρόταση αναθεώρησης του Συντάγματος, η οποία είναι προϊόν και απόσταγμα  ενός μακροχρόνιου και γόνιμου διαλόγου, τόσο με την πολιτική κοινωνία όσο και με την κοινωνία των ansöka om att låna utan uc πολιτών.

Α. Η πρότασή μας συνιστά την αφετηρία της τέταρτης αναθεώρησης του Συντάγματος.  Και θα ολοκληρωθεί με χρονικό ορίζοντα την όλη διάρκεια της τρέχουσας κοινοβουλευτικής περιόδου, κατά πλήρη σεβασμό των διατάξεων του άρθρου 110 του Συντάγματος, όπως άλλωστε συνέβη και με τις τρεις προηγούμενες αναθεωρήσεις.  Εκείνο όμως που την διαφοροποιεί, κατά κύριο λόγο, απ’ αυτές, είναι το γεγονός ότι συντελείται στο τέλος της βαθειάς κοινωνικής και οικονομικής κρίσης που έπληξε τη Χώρα μας μετά το 2009 και η οποία είχε, δυστυχώς, αρνητική επιρροή και στους θεσμούς που οργάνωσε το Σύνταγμα.

Β. Οι προαναφερόμενες διαπιστώσεις αρκούν για να τεκμηριώσουν επαρκώς την αναγκαιότητα και την σκοπιμότητα της αναθεωρητικής πρωτοβουλίας που αναλαμβάνουμε σήμερα.  Ειδικότερα:

1. Πρώτον, ορισμένες διατάξεις του αρχικού κειμένου του Συντάγματος του 1975 έχουν εμφανίσει σημεία θεσμικής και πολιτικής «κόπωσης», ύστερα από την σχετικώς μακρά εφαρμογή τους, λόγω της οφθαλμοφανούς μεταβολής των αντίστοιχων κοινωνικών και οικονομικών δεδομένων θέσπισής τους.

2. Δεύτερον, έχουν πια διαπιστωθεί κοινώς παραδεδεγμένες «ατέλειες» των προγενέστερων αναθεωρήσεων του Συντάγματος, που έχουν οδηγήσει ακόμη και σε σοβαρές δυσλειτουργίες του Πολιτεύματος, οι οποίες πρέπει να διορθωθούν το συντομότερο δυνατό.  Επιπλέον, οι ως άνω αναθεωρήσεις του Συντάγματος –και πρωτίστως η τελευταία, του 2008- εξαιτίας των πολιτικών συνθηκών, υπό τις οποίες εξελίχθηκαν και της συνακόλουθης έλλειψης της απαραίτητης συναίνεσης, άφησαν εκτός του αναθεωρητικού τους πλαισίου συνταγματικές διατάξεις που από καιρό έπρεπε να έχουν ουσιωδώς τροποποιηθεί.

3. Τρίτον, και όπως επισημάνθηκε, η βαθειά κοινωνική και οικονομική κρίση –η οποία, σημειωτέον, αφορά όχι μόνον την Ελλάδα αλλά όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση και, κυρίως, την Ευρωζώνη- καθιστά επιβεβλημένη την επέλευση εκείνων των αλλαγών στο κανονιστικό corpus του Συντάγματος, οι οποίες θα δρομολογήσουν την άμεση αντιμετώπιση των αρνητικών επιπτώσεών της, με προτεραιότητα το πεδίο του κοινωνικού κράτους δικαίου.

ΙΙ. Κατά την λογική ακολουθία των ως άνω διαπιστώσεων, οι βασικοί άξονες της πρότασής μας περί αναθεώρησης του Συντάγματος, σύμφωνα με την σειρά των αναθεωρητέων διατάξεων καθώς και σύμφωνα με την θέση ότι οι διατάξεις του άρθρου 110 είναι, στο σύνολό τους, μη αναθεωρητέες, είναι οι εξής:

Α. Θεσμοθέτηση πρόσθετων εγγυήσεων για την προστασία της εθνικής μας ταυτότητας και της ελληνικής γλώσσας.

Β. Περαιτέρω θωράκιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου, και ιδίως εκείνων που αφορούν:

1. Τον τρόπο λειτουργίας των ηλεκτρονικών ΜΜΕ.

2. Την παιδεία, ώστε η Χώρα μας ν’ αποτελέσει κέντρο εκπαίδευσης και πολιτισμού για την ευρύτερη περιοχή.

3. Την ιδιοκτησία, προεχόντως δε την ακίνητη.

4. Το περιβάλλον, ώστε να τονωθούν η βιώσιμη ανάπτυξη και η ποιότητα ζωής.

Γ. Δημοκρατική οργάνωση και λειτουργία των Πολιτικών Κομμάτων κι εφοδιασμός τους με τ’ απαραίτητα εχέγγυα –αλλά κι επιφόρτισή τους με τις ανάλογες υποχρεώσεις- ώστε να συμβάλλουν πραγματικά στην υπεράσπιση του Δημοκρατικού Πολιτεύματος. Με παράλληλη ενίσχυση της διαφάνειας των οικονομικών τους και των οικονομικών των προσώπων που μετέχουν στον δημόσιο βίο, μελών τους ή μη.

Δ. Διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής των θεσμών άμεσης δημοκρατίας, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον θεσμό του δημοψηφίσματος.

Ε. Εξορθολογισμός του τρόπου λειτουργίας της Εκτελεστικής Εξουσίας κι ενίσχυση των αντίστοιχων θεσμικών αντιβάρων, κυρίως μέσ’ από:

1. Την αποκατάσταση του ρυθμιστικού ρόλου του Προέδρου της Δημοκρατίας κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του, με παράλληλη αλλαγή του καθεστώτος εκλογής του ώστε να διαθέτει την αναγκαία προς τούτο δημοκρατική νομιμοποίηση.

2. Την κατάλληλη κανονιστική ρύθμιση της οργάνωσης και λειτουργίας της Κυβέρνησης και της οριοθέτησης των σχέσεών της με τη Νομοθετική Εξουσία και τους Βουλευτές. Καθώς και μέσ’ από τον περιορισμό της διάρκειας των θητειών των κορυφαίων οργάνων της.

3. Την αναμόρφωση του θεσμικού πλαισίου των Ανεξάρτητων Αρχών προς την κατεύθυνση της διευκόλυνσης εκπλήρωσης της αποστολής τους.

ΣΤ. Ενίσχυση της Νομοθετικής Εξουσίας κατά την άσκηση του νομοθετικού της έργου και του κοινοβουλευτικού ελέγχου, κυρίως μέσ’ από:

1. Την περαιτέρω εμπέδωση της σταθερότητας του εκλογικού συστήματος και την θέσπιση ρυθμίσεων που διευκολύνουν την εξάντληση της συνταγματικώς προβλεπόμενης κοινοβουλευτικής περιόδου.

2. Την λελογισμένη μείωση του αριθμού των Βουλευτών και την εκλογίκευση του ειδικού προστατευτικού καθεστώτος που τους διέπει, στα όρια όπου τούτο είναι απολύτως απαραίτητο για την επιτέλεση των συνταγματικώς προσδιορισμένων καθηκόντων τους.

3. Την υιοθέτηση ρυθμίσεων που καθιστούν ουσιαστική τόσο την άσκηση του νομοθετικού και του κοινοβουλευτικού έργου των Βουλευτών όσο και την απρόσκοπτη επικοινωνία της Βουλής με την κοινωνία των πολιτών.

Ζ. Περαιτέρω παγίωση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, κυρίως μέσ’ από:

1. Την εκ βάθρων αλλαγή του καθεστώτος της ευθύνης των μελών της Κυβέρνησης και των Υφυπουργών.

2. Την απεξάρτηση του τρόπου εκλογής της Ηγεσίας της από την επιρροή της Εκτελεστικής Εξουσίας.

3. Την θεσμοθέτηση Συνταγματικού Δικαστηρίου με αμιγώς δικαστική σύνθεση.

4. Την σαφή οριοθέτηση της δικαιοδοσίας και των αρμοδιοτήτων μεταξύ Συμβουλίου της Επικρατείας και Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Η. Αναμόρφωση των διατάξεων του Συντάγματος που αφορούν την οικονομία, την ιδιωτική επενδυτική δραστηριότητα και τον κρατικό παρεμβατισμό, ώστε:

1. Να κινητροδοτηθούν οι μεγάλες και κρίσιμες για την εθνική οικονομία επενδύσεις, μέσω της θεσμοθέτησης σταθερού συστήματος –με ορίζοντα δεκαετίας- φορολόγησής τους.

2. Να ενισχυθεί, πάντοτε μέσα στα όρια της συνταγματικής νομιμότητας, η ιδιωτική πρωτοβουλία και ν’ αποκτήσει η κρατική παρέμβαση πραγματική αναπτυξιακή νοοτροπία.

3. Να επιλύονται, το ταχύτερο δυνατόν, οι σχετικές διαφορές από την Δικαιοσύνη προς διευκόλυνση των εκάστοτε νομίμως εκδηλούμενων επενδυτικών πρωτοβουλιών.

«Forget it Wolfgang»

Με το γνωστό του ύφος, ο γερμανός Υπουργός Οικονομικών κ. Wolfgang Schäuble «αποφάνθηκε» -φυσικά μονομερώς- ότι δεν υφίσταται, θεσμικώς και πολιτικώς, ζήτημα ελληνικών απαιτήσεων ως προς το κατοχικό δάνειο και τις αποζημιώσεις λόγω ανθρώπινων θυμάτων και υλικών καταστροφών από τις δυνάμεις κατοχής.  Τα πράγματα όμως είναι εντελώς διαφορετικά, όπως άλλωστε αναγνωρίζουν έγκυροι νομικοί και πολιτικοί κύκλοι ακόμη και στην ίδια την Γερμανία:

I.            Πρώτον, ως προς το κατοχικό δάνειο, πρόκειται για σύμβαση που έχει συναφθεί με καταναγκαστικό και εκβιαστικό τρόπο μεταξύ της κατοχικής Ελληνικής Κυβέρνησης και της Γερμανίας, προς συντήρηση των στρατευμάτων κατοχής.  Μάλιστα το δάνειο αυτό είχε αρχίσει ν’ αποπληρώνεται κατά την διάρκεια της κατοχής.  Λόγω της νομικής φύσης του δανείου τούτου αφενός οι ελληνικές απαιτήσεις παραμένουν πλήρως ενεργές και, αφετέρου, ουδόλως τίθεται θέμα παραγραφής.

II.            Δεύτερον, ως προς τις κατά τ’ ανωτέρω αποζημιώσεις, με την Συμφωνία του Λονδίνου (1953) ορίσθηκε πως θα γίνονταν απαιτητές μετά την σύναψη «Συμφώνου Ειρήνης».  Το οποίο υπογράφηκε το 1990, μεταξύ της ενιαίας πλέον Γερμανίας και των τεσσάρων νικητριών δυνάμεων του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου (ΗΠΑ, Γαλλίας, Αγγλίας, ΕΣΣΔ).  Μετά το Σύμφωνο αυτό λοιπόν κατέστησαν πλέον απαιτητές οι προαναφερόμενες αποζημιώσεις υπέρ της Ελλάδας και σε βάρος της Γερμανίας, ιδίως κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 3 της Δ΄ Σύμβασης της Χάγης του 1907.  Επομένως, και επειδή όχι μόνον ουδέποτε η Ελλάδα παραιτήθηκε του κατά τ’ ανωτέρω δικαιώματός της αλλά, όλως αντιθέτως, π.χ. ο ίδιος ο γερμανός Καγκελάριος Λούτβιχ Έρχαρτ το είχε επισήμως αναγνωρίσει το 1965, οι σχετικές με τις αποζημιώσεις αυτές ελληνικές απαιτήσεις παράγουν πλήρως τις έννομες συνέπειές τους.

Μήπως λοιπόν στον κ. Schäuble ταιριάζει από ελληνικής πλευράς –και κατά το δικό του «προηγούμενο» προς τον κ. Γ. Στουρνάρα-η απάντηση «Forget it Wolfgang»;  Και για όσους τυχόν θεωρούν πως κάτι τέτοιο θάταν «δύσκολο» ν’ αντιταχθεί από τη «μικρή» Ελλάδα στην «πανίσχυρη» Γερμανία, θυμίζω τούτο:  Η Ελλάδα θ’ αργούσε πολύ να μπει στην τότε ΕΟΚ, αν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής δεν τόνιζε μ’ έμφαση στον Καγκελάριο Helmut Smith πως σε περίπτωση veto της Γερμανίας η Ελλάδα θα προέβαινε σε δημόσια καταγγελία γι’ αυτό, με βάση μάλιστα την πικρή εμπειρία των γερμανικών εγκλημάτων κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο…

 

Η ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

Είναι αναγκαία, υπό ποιούς όρους και προς ποιά κατεύθυνση;

Στο πλαίσιο της εφαρμογής του Συντάγματος του 1975 –το οποίο φέρει, αναμφισβήτητα, την θεσμική και πολιτική «σφραγίδα» του Κωνσταντίνου Καραμανλή- η Ελλάδα βιώνει την μακροβιότερη και σταθερότερη περίοδο δημοκρατικής διακυβέρνησης στην όλη συνταγματική ιστορία της.  Τούτο και μόνον αναδεικνύει αφενός την κανονιστική εμβέλεια του ισχύοντος Συντάγματος και την ανάγκη υπεράσπισης στο μέλλον των θεσμικών χαρακτηριστικών του, με στόχο την περαιτέρω εμπέδωση και θωράκιση της Δημοκρατίας μας.  Και, αφετέρου, την κατεύθυνση, πάνω στην οποία πρέπει να κινούνται οι διαδικασίες αναθεώρησής του, ώστε να μην αλλοιώνεται η θεσμική και πολιτική φυσιογνωμία του. Αλλά, όλως αντιθέτως, να προσαρμόζεται ομαλώς και καταλλήλως στις, μοιραίως, αενάως μεταβαλλόμενες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, που συνιστούν την υποδομή πάνω στην οποία στηρίζεται –υπό όρους αμφίδρομης επιρροής- το κανονιστικό συνταγματικό εποικοδόμημα.

I.            Οι ως άνω διαπιστώσεις τεκμηριώνουν επαρκώς την αναγκαιότητα περαιτέρω –δοθέντος ότι έχουν προηγηθεί τρία ανάλογα εγχειρήματα- αναθεώρησης του Συντάγματος, επειδή:

Α.  Πρώτον, ορισμένες διατάξεις του αρχικού κειμένου του έχουν εμφανίσει σημεία θεσμικής και πολιτικής «κόπωσης», ύστερα από την σχετικώς μακρά –βεβαίως για τα ελληνικά δεδομένα- εφαρμογή του, λόγω της πρόδηλης μεταβολής των αντίστοιχων κοινωνικών και οικονομικών δεδομένων θέσπισής τους.

Β. Δεύτερον, έχουν πλέον διαπιστωθεί στην πράξη συγκεκριμένες «αστοχίες» των προηγούμενων τριών αναθεωρήσεων, ιδίως δε εκείνης του 1986.  Οι οποίες έχουν οδηγήσει ακόμη και σε σοβαρές δυσλειτουργίες του Πολιτεύματος.  Στο σημείο όμως τούτο πρέπει να τονισθεί και το σημαντικό θετικό θεσμικό «πρόσημο» των ως άνω αναθεωρήσεων, το οποίο έγκειται στο ότι, για πρώτη ουσιαστικώς φορά στην συνταγματική μας διαδρομή, ολοκληρώθηκαν lege artis.  Ήτοι κατά πλήρη σεβασμό των περί αναθεώρησης του Συντάγματος διατάξεων του άρθρου 110.  Το πολύτιμο  αυτό θεσμικό κεκτημένο είναι ανάγκη, οπωσδήποτε, να γίνει σεβαστό, στο ακέραιο, και κατά το τέταρτο αναθεωρητικό εγχείρημα.  Πράγμα που σημαίνει, αντιστοίχως, ότι δεν είναι ορθό να τεθεί εν αμφιβόλω πως το άρθρο 110 του Συντάγματος, κατά την ίδια την κανονιστική του υπόσταση, κρίνεται στο σύνολό του μη αναθεωρητέο, ακριβώς για να μην τεθεί εξίσου εν αμφιβόλω ο αυστηρός χαρακτήρας του Συντάγματος.  Αφού η κατά το άρθρο 110 διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος συνδέεται, αναποσπάστως, με την πεμπτουσία των, ρητώς κατά τις προβλέψεις του, μη αναθεωρητέων διατάξεών του.

Γ. Τρίτον, η τρέχουσα βαθειά κοινωνική και οικονομική κρίση καθιστά επείγουσα την επέλευση εκείνων των αλλαγών στο κανονιστικό corpus του Συντάγματος, οι οποίες είναι σε θέση ν’ αντιμετωπίσουν αποτελεσματικώς τις αρνητικές επιπτώσεις της, κυρίως στο πεδίο του κοινωνικού κράτους δικαίου και των επέκεινα θεμελιωδών κοινωνικών δικαιωμάτων.

II.   Οι κατά τ’ ανωτέρω διαπιστώσεις οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η αναγκαιότητα αναθεώρησης του Συντάγματος συμπυκνώνεται, τουλάχιστον κατ’ αρχήν, στην αντίστοιχη αδήριτη θεσμική και πολιτική ανάγκη θεσμοθέτησης εκείνων των αντιβάρων –κατά το αγγλοσαξωνικό συνταγματικό πρότυπο των checks and balances- τα οποία είναι σε θέση ν’ αποτρέψουν την εμπέδωση της καταλυτικής επιρροής οιασδήποτε των τριών, κατ’ άρθρο 26 του Συντάγματος, εξουσιών σε βάρος των δύο άλλων. Υπό το πρίσμα αυτό καθίσταται επιβεβλημένη η αναθεωρητική παρέμβαση:

Α. Πρώτον, στο πλαίσιο της Εκτελεστικής Εξουσίας.  Και τούτο διότι η αναθεώρηση του Συντάγματος του 1986, ιδίως μεσ’ από την δραματική αποψίλωση των αρμοδιοτήτων του Προέδρου της Δημοκρατίας, οδήγησε στην καθιέρωση ενός οιονεί «πρωθυπουργοκεντρικού» σχήματος διακυβέρνησης, καταφανώς αντίθετου προς την θεσμική και πολιτική ισορροπία που επιδίωξε κι επέφερε το αρχικό κανονιστικό πλαίσιο του Συντάγματος του 1975. Και μάλιστα ισορροπία τόσο στην κορυφή της ίδιας της Εκτελεστικής Εξουσίας όσο και στις σχέσεις της με τη Νομοθετική Εξουσία.  Επομένως, η αναθεώρηση του Συντάγματος πρέπει να κινηθεί:

1. Κατά πρώτο λόγο προς την κατεύθυνση της αποκατάστασης του ρόλου του Προέδρου της Δημοκρατίας ως ρυθμιστή του Πολιτεύματος, μεσ’ από την απονομή σ’ αυτόν εκείνων των αρμοδιοτήτων του -τουλάχιστον ως προς το μεγαλύτερο μέρος τους- που είχε καθιερώσει το Σύνταγμα του 1975 κατά την θέσπισή του.  Αλλά και μεσ’ από την, υπό όρους, ενδεχόμενη εκλογή του ευθέως από το Εκλογικό Σώμα, δίχως όμως τούτο να μεταβάλλει, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, τη μορφή του Πολιτεύματος σε προεδρικό ή, ακόμη, και σε ημιπροεδρικό.  Δοθέντος ότι κάτι τέτοιο αποκλείεται από τις διατάξεις του άρθρου 110 παρ. 1 του Συντάγματος.

2. Και, κατά δεύτερο λόγο, προς την κατεύθυνση του περιορισμού του Πρωθυπουργού και της Κυβέρνησης –δηλαδή, εν τέλει, του πυρήνα της Εκτελεστικής Εξουσίας- ως προς την δυνατότητά τους να παρεμβαίνουν καθοριστικώς –άρα, πέρα κι έξω από το πνεύμα της ορθολογικής διασταύρωσης των λειτουργιών- στην άσκηση της Νομοθετικής και της Δικαστικής Εξουσίας.  Κατά τούτο λοιπόν η αναθεώρηση του Συντάγματος μπορεί και πρέπει:

α) Από την μια πλευρά να εξορθολογίσει  τη νομοθετική πρωτοβουλία της Εκτελεστικής Εξουσίας, υπέρ της αντίστοιχης πρωτοβουλίας της Νομοθετικής Εξουσίας, μέσω της διεύρυνσης της αρμοδιότητας πρότασης νόμων από Βουλευτές και της πρόβλεψης εγγυήσεων ουσιαστικής συζήτησης των προτάσεων νόμων από την Βουλή.

β) Και, από την άλλη πλευρά, να οριοθετήσει περιοριστικώς την διακριτική ευχέρεια της Κυβέρνησης αναφορικά με την οργάνωση και λειτουργία της Δικαστικής Εξουσίας. Πρωτίστως δε με την επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, η οποία σήμερα είναι, κατ’ αποτέλεσμα, έρμαιο των κυβερνητικών «ορέξεων».

Β. Δεύτερον, στο πλαίσιο της Νομοθετικής Εξουσίας.  Κατά προτίμηση δε στο πλαίσιο της δυνατότητας προσανατολισμού της:

1. Αφενός προς την κατεύθυνση της απομείωσης της υπερβολικής προστασίας των μελών της Βουλής.  Με την έννοια ότι το καθεστώς ασυλίας του Βουλευτή πρέπει να περιορισθεί ουσιωδώς.  Και δη ως το σημείο ώστε μόνον ο Βουλευτής να μπορεί να ζητήσει, όταν διώκεται ποινικώς, την προστασία του από την Βουλή μέσω της υποβολής αιτήματος ασυλίας, οπότε και αναλαμβάνει ο ίδιος το ανάλογο πολιτικό κόστος έναντι του Εκλογικού Σώματος.

2. Και,  αφετέρου, προς την κατεύθυνση της μη ανάμιξης της Βουλής στην ποινική δίωξη των μελών της Κυβέρνησης και των Υφυπουργών.  Η λογική της διάκρισης των εξουσιών, κατ’ άρθρο 26 του Συντάγματος, επιβάλλει πλέον την αποξένωση της Βουλής από την διαδικασία ποινικής δίωξης των μελών της Κυβέρνησης και των Υφυπουργών και για ποινικά αδικήματα που τελέσθηκαν κατά την άσκηση των κυβερνητικών καθηκόντων τους.  Συνεπώς, το άρθρο 86 του Συντάγματος πρέπει  ν’ αναθεωρηθεί εκ βάθρων, έτσι ώστε η Βουλή να μην έχει, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, αρμοδιότητα ως προς την ποινική καταστολή των πράξεων και παραλείψεων των κυβερνητικών οργάνων της Εκτελεστικής Εξουσίας.

Γ. Και, τρίτον, στο πλαίσιο της Δικαστικής Εξουσίας.  Και τούτο κατά πρώτο λόγο προκειμένου να τονωθεί, όπως προεκτέθηκε, η συνταγματικώς κατοχυρωμένη ανεξαρτησία της, μέσω του περιορισμού της διακριτικής ευχέρειας της Κυβέρνησης –ιδίως δια της οδού του σεβασμού της αρχαιότητας- κατά την επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης.  Κατά δεύτερο δε λόγο προκειμένου να ιδρυθεί Συνταγματικό Δικαστήριο, με αμιγώς δικαστική σύνθεση και με τις ακόλουθες, τουλάχιστον κατά βάση, αρμοδιότητες, πέραν εκείνων που ασκεί σήμερα το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο:

1. Πρώτον, αρμοδιότητες σχετικές με την δημοκρατική οργάνωση και λειτουργία των Πολιτικών Κομμάτων καθώς και με τα οικονομικά τους αλλά και τα οικονομικά –π.χ. «πόθεν έσχες»- των εν γένει πολιτικών προσώπων.  Πάντοτε βεβαίως στο πλαίσιο του άρθρου 29 του Συντάγματος, όπως τούτο θ’ αναθεωρηθεί καταλλήλως.  Φυσικά δίχως να θίγεται, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, ο πυρήνας του θεμελιώδους πολιτικού δικαιώματος ίδρυσης πολιτικού κόμματος.

2. Και, δεύτερον, αρμοδιότητες σχετικές με τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων.  Είναι αυτονόητο ότι ο οιονεί «συγκεντρωτικός» αυτός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων δεν πρέπει να θίξει την ουσία του διάχυτου ελέγχου, που καθιερώνουν ιδίως οι διατάξεις του άρθρου 93 παρ. 4 του Συντάγματος.  Κατά τις οποίες «τα δικαστήρια υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα».  Και τούτο διότι ο διάχυτος έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων συνιστά θεμελιώδες αλλά κι εξαιρετικά χρήσιμο, και για την δημοκρατική λειτουργία της Δικαστικής Εξουσίας, στοιχείο της συνταγματικής μας παράδοσης, συνακόλουθα δε του συνταγματικού μας πολιτισμού.

Η ίδια λοιπόν η κοινωνική, οικονομική και πολιτική πραγματικότητα στον Τόπο μας καταδεικνύει, χωρίς αμφιβολία, πόσον αναγκαία είναι η αναθεώρηση του Συντάγματος και προς τις προαναφερόμενες κατευθύνσεις.  Τούτο σημαίνει ότι θα ήταν θεσμικώς και πολιτικώς εξαιρετικά επιζήμιο να μην ολοκληρωθεί η κατά τις διατάξεις του άρθρου 110 παρ. 2 επ. πρώτη φάση της αναθεώρησης -ως προς τις αναθεωρητέες διατάξεις- λόγω πρόωρων εκλογών.  Και δη εκλογών που θα προκληθούν μέσω μιας συνταγματικώς ανορθόδοξης ερμηνείας κι εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 32 του Συντάγματος περί εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας. Πραγματικά, σε μια τέτοια περίπτωση η αναθεώρηση του Συντάγματος –που θα πρέπει να επιχειρηθεί, μετά τις εκλογές, πάλι από την αρχή και να ολοκληρωθεί από την Βουλή, η οποία θα προκύψει κατά τις μεθεπόμενες εκλογές-  μετατίθεται σε χρόνο που ουδείς μπορεί να προσδιορίσει επακριβώς.  Μ’  όλες τις εντεύθεν άκρως αρνητικές, θεσμικές και πολιτικές, συνέπειες, οι οποίες επικεντρώνονται, κατά κύριο λόγο, στην ήδη πολλαπλώς τραυματισμένη αξιοπιστία του πολιτικού συστήματος και του πολιτικού κόσμου.  Με την έννοια, ότι η μετατόπιση στο απώτερο μέλλον μιας τέτοιας αναθεώρησης του Συντάγματος ευλόγως μπορεί να ερμηνευθεί, από το δεινώς χειμαζόμενο κοινωνικό σύνολο, ως απεγνωσμένη προσπάθεια των πολιτικών του να υπερασπισθούν τα, όποια, προνόμιά τους και να εξαλείψουν τις αντίστοιχες ευθύνες τους.

ΤΟ ΤΙΜΗΜΑ ΤΗΣ ΥΠΟΚΡΙΣΙΑΣ

Οι συνέπειες της ελλειμματικής μεταναστευτικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης

(στο περιοδικό «ΕΠΙΚΑΙΡΑ» τ. 272 της 15/1/2015)

Χρειάσθηκε, δυστυχώς, η άφατη γαλλική τραγωδία που προκλήθηκε από την κτηνωδία του πιο απεχθούς προσώπου του μουσουλμανικού φονταμενταλισμού «τζιχαντικής κοπής» για ν’ αφυπνισθεί, επιτέλους, η ηγεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ν’ αντικρύσει κατάματα το διαχρονικό έλλειμμα της ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής.  Έλλειμμα το οποίο προκλήθηκε, κατά μεγάλο μέρος τουλάχιστον, από την, γερμανικής έμπνευσης, πολιτική «αναπτυξιακής λιτότητας».  Και τούτο διότι η ως άνω πολιτική εμπόδισε αφενός την απελευθέρωση εκείνων των οικονομικών πόρων, οι οποίοι είναι απαραίτητοι για την διαχείριση του μεταναστευτικού φαινομένου γενικώς, και ιδιαιτέρως της παράνομης μετανάστευσης, ιδίως από τις χώρες του ευρωπαϊκού νότου.  Και, αφετέρου και συνακόλουθα, τις αναγκαίες θεσμικές μεταβολές ως προς την δίκαιη, υπό την έννοια της αναλογικής ισότητας, κατανομή του βάρους διαμόρφωσης αποτελεσματικής πολιτικής για την αναχαίτιση της παράνομης μετανάστευσης.  Όλ’ αυτά συνέβησαν ενώ το πεδίο, από πλευράς ευρωπαϊκού δικαίου, ήταν ήδη ανοικτό για την ταχεία διαμόρφωση μιας ολοκληρωμένης ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής.  Ειδικότερα:

I.          Έστω και με μεγάλη καθυστέρηση τον Οκτώβριο του 2008, επί γαλλικής προεδρίας, θεσπίσθηκε το Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για την Μετανάστευση και το Άσυλο.  Ας σημειωθεί, για λόγους ιστορικής αλήθειας, ότι στην θέσπισή του αυτή πρωταγωνιστικό ρόλο διαδραμάτισε η Κυβέρνηση του κ. Κώστα Καραμανλή, αφού είναι κοινώς γνωστό πως η αρχική ιδέα σύναψης του ως άνω Συμφώνου δρομολογήθηκε ουσιαστικά τον Ιούλιο του 2006, κατά την επίσκεψη στην Αθήνα του τότε Υπουργού Εσωτερικών και μετέπειτα Προέδρου της Γαλλικής Δημοκρατίας κ. Nikolas Sarkozy.  Το «αέτωμα» του Ευρωπαϊκού Συμφώνου για την Μετανάστευση και το Άσυλο στηρίζεται σε πέντε θεσμικούς κίονες, οι οποίοι συνδέονται αναποσπάστως μεταξύ τους:

Α. Ο πρώτος κίονας αφορά από την μια πλευρά την οργάνωση της νόμιμης μετανάστευσης λαμβάνοντας υπόψη τις προτεραιότητες, τις ανάγκες και τις δυνατότητες υποδοχής κάθε κράτους-μέλους.  Και, από την άλλη πλευρά, την ενθάρρυνση της ενσωμάτωσης των νόμιμων μεταναστών μέσω των κατάλληλων κοινωνικών και οικονομικών πολιτικών, φυσικά με την συμβολή της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.  Αφού μόνον μέσω αυτής μπορούν να θεσμοθετηθούν τα κατάλληλα κοινά μέσα και να κατανεμηθούν οι στοιχειωδώς απαιτούμενοι προς τούτο πόροι.

Β. Ο δεύτερος κίονας αφορά την καταπολέμηση της παράνομης μετανάστευσης.  Πρώτη και βασική προτεραιότητα προς αυτήν την κατεύθυνση είναι η εξασφάλιση της λειτουργίας των μηχανισμών εκείνων, δια των οποίων καθίσταται δυνατή η ομαλή και ασφαλής επιστροφή παράνομων μεταναστών στη χώρα καταγωγής τους ή σε χώρα διέλευσης, χωρίς να θίγονται η αξία και τα θεμελιώδη δικαιώματα του Ανθρώπου.

Γ. Ο τρίτος κίονας αφορά την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των συνοριακών ελέγχων.  Μ’ έμφαση στους ελέγχους που διενεργούνται στα θαλάσσια σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των επιμέρους κρατών-μελών, με κινητήριο μοχλό τον οργανισμό FRONTEX.  Και τούτο διότι τα εξωτερικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι τα σύνορα των κρατών-μελών, όπως οριοθετούνται κυριάρχως απ’ αυτά.

Δ. Ο τέταρτος κίονας αφορά την συγκρότηση της Ευρώπης ως χώρου ασύλου, εντός του οποίου εφαρμόζονται στο ακέραιο οι παραδοσιακές ευρωπαϊκές αρχές του ανθρωπισμού και της προάσπισης της Δημοκρατίας, μ’ έμφαση στον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων του Ανθρώπου, κατά το ευρωπαϊκό και το διεθνές δίκαιο.

Ε. Και ο πέμπτος κίονας αφορά την δημιουργία διαύλων και μέσων ολοκληρωμένης σύμπραξης με τις χώρες καταγωγής και διέλευσης προκειμένου να ευνοείται, σε σταθερή βάση, η συνέργεια –άρα και η αλληλεπίδραση- μεταξύ μετανάστευσης και ανάπτυξης.  Διότι είναι ευνόητο πως χωρίς την αναπτυξιακή προοπτική των χωρών καταγωγής και διέλευσης, η διαχείριση της μετανάστευσης συνιστά μια μορφή ουτοπίας.

II.          Δυστυχώς, κυρίως λόγω της κοντόφθαλμης οικονομικής πολιτικής της ηγεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την οποία έγινε λόγος προηγουμένως, αλλά και λόγω της έλλειψης τόλμης και διεκδικητικής νοοτροπίας από την πλευρά των χωρών του ευρωπαϊκού νότου, οι προαναφερόμενοι πέντε κίονες της ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής έμειναν, μετά το 2008, ατροφικοί. Συγκεκριμένα:

Α. Ως προς τον πρώτο κίονα ουδέποτε λήφθηκε, κατά την διαμόρφωση της ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής στο πλαίσιο εφαρμογής του Ευρωπαϊκού Συμφώνου για την Μετανάστευση και το Άσυλο, σοβαρά υπόψη η πραγματική δυνατότητα υποδοχής μεταναστών από την πλευρά του κάθε κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μ’ αποτέλεσμα το αντίστοιχο βάρος υποδοχής να πέσει μονομερώς στον ευρωπαϊκό νότο.  Ενώ η ενθάρρυνση της ενσωμάτωσης προσέκρουσε στο κατά τ’ ανωτέρω εμπόδιο της «έλλειψης πόρων» ως προς την οργάνωση κι εφαρμογή των κατάλληλων και αποτελεσματικών πολιτικών.

Β. Ως προς τον δεύτερο κίονα, η Ευρωπαϊκή Ένωσε ουδόλως προέβη στο αυτονόητο: Ήτοι στην ανάληψη σοβαρών, γενικευμένων, πρωτοβουλιών σύναψης συμφωνιών επανεισδοχής με τις χώρες καταγωγής ή διέλευσης των παράνομων μεταναστών, αφήνοντας στα επιμέρους κράτη-μέλη την σχετική ευθύνη.  Μ’ αποτέλεσμα οι κανόνες του Ευρωπαϊκού Συμφώνου για την Μετανάστευση και το Άσυλο να καταστούν, στην ουσία, γράμμα κενό περιεχομένου.

Γ. Ως προς τον τρίτο κίονα, οι συνοριακοί έλεγχοι ουδέποτε απέκτησαν τις βάσεις εκείνες, οι οποίες θα μπορούσαν να εγγυηθούν την καταπολέμηση της παράνομης μετανάστευσης στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης που δέχονται τον μεγαλύτερο όγκο των παράνομων μεταναστών.  Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο για τους ελέγχους στα θαλάσσια σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών-μελών αφού ο FRONTEX, λόγω ανεπαρκούς δομής και δράσης, μάλλον έχει συμβολική παρουσία αποτροπής τόσο των παράνομων μεταναστών όσο και –αυτό δε είναι το σπουδαιότερο εν προκειμένω- των δουλεμπόρων.  Οι οποίοι αποτελούν μάστιγα για την αξία του Ανθρώπου και, άρα, πραγματικό στίγμα για τον ευρωπαϊκό πολιτισμό.

Δ. Ως προς τον τέταρτο κίονα, ο μηχανισμός του ευρωπαϊκού ασύλου υπολειτουργεί, όταν μάλιστα οι φωτιές του πολέμου εξαπλώνονται ταχύτατα στις περιοχές της Μέσης Ανατολής.  Και τούτο διότι η «λογική» της Συνθήκης «Δουβλίνο ΙΙ» «φορτώνει» όλα τα βάρη του ασύλου στις χώρες του ευρωπαϊκού νότου –αφού αυτές συνιστούν, κατά κανόνα, πύλη πρώτης εισόδου των αιτούντων άσυλο- καθιστώντας έτσι την διαχείρισή του από άκρως δυσχερή ως κυριολεκτικώς αδύνατη.  Με ό,τι αυτό συνεπάγεται ως προς την όλη εικόνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναφορικά με τον σεβασμό της αξίας του Ανθρώπου και την εγγύηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων του.

Ε. Και ως προς τον πέμπτο κίονα, η συνέργεια μεταξύ μετανάστευσης και ανάπτυξης μοιάζει με «πουκάμισο αδειανό» κατά τον σεφερικό στίχο.  Διότι όπως αποδεικνύεται ευχερώς στην πράξη από το 2008 ως σήμερα –ιδίως δε μετά την δραματική επιδείνωση της οικονομικής κρίσης- δύσκολα μπορεί να διακρίνει κανείς έστω και ίχνος ευρωπαϊκής αναπτυξιακής σύμπραξης με τις χώρες καταγωγής και διέλευσης μεταναστών.

Τώρα που έφθασε, δυστυχώς, η ώρα της πικρής αλήθειας, η ηγεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης φαίνεται ν’ αναλογίζεται, σφόδρα προβληματισμένη, τις ευθύνες της μπροστά στην έλλειψη εφαρμογής της μεταναστευτικής πολιτικής που η ίδια είχε θεσμοθετήσει το 2008.  Καθώς όμως η ηγεσία αυτή «ξαναδιαβάζει» σήμερα, υπό τις προαναφερόμενες συνθήκες, το Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για την Μετανάστευση και το Άσυλο, μάλλον της ταιριάζει ο πασίγνωστος  ακροτελεύτιος στίχος του Charles Baudelaire από το ποίημά του «Au Lecteur» («Στον Αναγνώστη»): «Hypoctrite Lecteur, -mon semblable, – mon frère!» («Υποκριτή αναγνώστη, – όμοιέ μου, – αδελφέ μο.

Η ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

Ουδείς μπορεί ν’ αμφιβάλλει πια ότι βιώνουμε την κορύφωση της παραμορφωτικής στρέβλωσης του κλασικού καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος.  Η στρέβλωση αυτή είναι απόρροια και της βασικής επιδίωξης του νεοφιλελευθερισμού να προκαλέσει πλήρη ανάπτυξη των αγορών χρηματοπιστωτικών προϊόντων, ανατρέποντας το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς κρατικού, lato sensu, ελέγχου των αντίστοιχων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Και μάλιστα, κατά προκλητική υποτίμηση της δραματικής εμπειρίας του κραχ του 1929.  Η πορεία ανατροπής του ως άνω νομοθετικού καθεστώτος ελέγχου των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων ακολούθησε, grosso modo, την εξής διαδρομή:

Ι. Προηγήθηκε η ευθεία επέμβαση στο τραπεζικό σύστημα, όπως τούτο είχε δομηθεί, από πλευράς ελέγχου του, μέσω του νόμου Glass-Steagall.

Α. Υπενθυμίζεται ότι ο νόμος Glass-Steagall ίσχυσε στις Η.Π.Α. μετά το 1933, με στόχο την προστασία της αμερικανικής οικονομίας από χρηματοπιστωτικές εκρήξεις ανάλογες εκείνης του 1929.  Την προστασία αυτή επιτύγχανε το κατά τ’ ανωτέρω νομοθέτημα μέσ’ από την εμπέδωση της «τραπεζικής πίστης», δια της οδού της διασφάλισης των καταθέσεων ακόμη και σε περίπτωση χρεοκοπίας μιας τράπεζας.  Το νόμο Glass-Steagall συμπλήρωσαν στην συνέχεια επιμέρους κανονισμοί λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος οι οποίοι, μεταξύ άλλων, οδήγησαν και στην καθιέρωση της βασικής διάκρισης μεταξύ «εμπορικών τραπεζών» κι «επενδυτικών τραπεζών», με τις πρώτες ν’ αποτελούν την «ατμομηχανή» στην πορεία κατοχύρωσης της «τραπεζικής πίστης».

Β. Οι προαναφερόμενοι κανονισμοί διατήρησαν, grosso modo, και τον κανόνα της «κεφαλαιακής επάρκειας» ιδίως των εμπορικών τραπεζών.  Ήτοι τον κανόνα ότι μια εμπορική τράπεζα –αντιθέτως προς την εντελώς σχετικοποιημένη παρουσία τέτοιων κανόνων στο πεδίο των επενδυτικών τραπεζών- οφείλει να εγγυάται, κατά συγκεκριμένο ποσοστό καθοριζόμενο κάθε φορά θεσμικώς, την αξία του συνόλου των καταθέσεων που δέχεται με την αξία των κάθε είδους περιουσιακών στοιχείων, τα οποία της ανήκουν.  Έτσι ο καταθέτης, ο οποίος είναι ο κύριος τροφοδότης της εμπορικής τράπεζας μέσω των καταθέσεών του, είναι βέβαιος για την ασφαλή τοποθέτηση της κατάθεσής του, ακόμη και αν η τράπεζα χρεοκοπήσει, αφού η τραπεζική πίστη είναι δεδομένη στην βάση των ίδιων τραπεζικών περιουσιακών στοιχείων, πέρα κι έξω από την συμβολή των καταθέσεων στο συνολικό κεφάλαιό της.

Γ. Μόλις όμως ξεκίνησε η προεδρία του Ronald Reagan, το 1980, και υπό την ακατάσχετη επιρροή νεοφιλελεύθερων χρηματοπιστωτικών αντιλήψεων, η διάκριση μεταξύ εμπορικών κι επενδυτικών τραπεζών άρχισε να καταργείται στην πράξη.

1. Την αφετηρία σηματοδότησε, το 1982, ο νόμος Garn-St Germain, τον οποίο ο ίδιος ο Reagan, οπαδός της νεοφιλελεύθερης «απορρύθμισης» στην οικονομία, χαρακτήρισε ως «το πρώτο βήμα ενός ολοκληρωμένου προγράμματος χρηματοπιστωτικής απορρύθμισης». Με το νόμο αυτόν «χαλάρωσαν» οι περιορισμοί του νόμου Glass-Steagall ως προς τα είδη δανείων που μπορούν να χορηγούν οι εμπορικές τράπεζες, φυσικά προς την κατεύθυνση δανείων υψηλότερου χρηματοπιστωτικού κινδύνου.

2. Την «ταφόπλακα» στη διάκριση μεταξύ εμπορικών και επενδυτικών τραπεζών έβαλε επί της προεδρίας του ο Bill Clinton, όταν πλέον και κατάργησε όλους, σχεδόν, τους κανονισμούς οι οποίοι θεσμοθετούσαν την διάκριση αυτή (νόμος GrammLeachBliley våffeljärn του 1999).  Και κάπως έτσι στις ΗΠΑ –και όχι μόνο, λόγω της τεράστιας επιρροής του αμερικανικού τραπεζικού συστήματος στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό γίγνεσθαι- και οι εμπορικές τράπεζες μπήκαν για τα καλά στους «πειρασμούς» εξαιρετικά επικίνδυνων επενδυτικών συμπεριφορών.  Σήμερα ο Barak Obama επιχειρεί να γυρίσει πίσω, στις ρίζες της προμνημονευόμενης διάκρισης που, το 1933, στήριξε την τραπεζική πίστη στις ΗΠΑ.

ΙΙ. Δυστυχώς, το νεοφιλελεύθερο αυτό «πρότυπο» κατάργησης του κρατικού ελέγχου επί των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων επηρέασε –κι εξακολουθεί ακόμη περισσότερο να επηρεάζει- την όλη δομή και λειτουργία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης, πρωτίστως λόγω των γερμανικής «έμπνευσης» στοχεύσεων.  Στοχεύσεων, οι οποίες αποβλέπουν από τη μια πλευρά στο να μην έχει η ΕΚΤ δυνατότητες υιοθέτησης πρακτικών ποσοτικής χαλάρωσης ανάλογες μ’ εκείνες της Fed. Και, από την άλλη πλευρά, στο να μείνει στο απυρόβλητο ενός αποτελεσματικού ευρωπαϊκού κεντρικού τραπεζικού ελέγχου το γερμανικό τραπεζικό σύστημα.  Κάπως έτσι:

Α. Η ΕΚΤ δεν έχει τις ουσιαστικές εκείνες αρμοδιότητες -και τ’ ανάλογα μέσα- οι οποίες θα της επέτρεπαν ν’ αντιδράσει αποτελεσματικώς στις κερδοσκοπικές επιθέσεις των «αγορών» εναντίον των κρατικών ομολόγων των μελών της Ευρωζώνης, και όχι μόνον.  Ιδίως δε στερείται της δυνατότητας έκδοσης «ευρωομολόγου» οιασδήποτε μορφής, πράγμα το οποίο σηματοδοτεί και το πιο χαρακτηριστικό μειονέκτημά της έναντι της Fed.

Β. Παρά τις σχετικώς πρόσφατες θεσμικές παραβάσεις στο πεδίο του πρωτογενούς και παράγωγου ευρωπαϊκού δικαίου, ο έλεγχος της ΕΚΤ επί του τραπεζικού συστήματος των κρατών-μελών της Ευρωζώνης παραμένει μάλλον χαλαρός.  Και ως προς το γερμανικό τραπεζικό σύστημα, όπως προεκτέθηκε, ουσιαστικά αναιμικός.

ΙΙΙ. Η υπό τους όρους αυτούς εγκατάλειψη του προγενέστερου προστατευτικού νομοθετικού καθεστώτος κρατικού ελέγχου των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων «απελευθέρωσε», δίχως ελεγκτικούς φραγμούς πλέον, τις μεταξύ τους συναλλαγές καθώς και τις συναλλαγές τους με τις «αγορές» κατά την αγοραπωλησία παράγωγων χρηματοπιστωτικών προϊόντων.

Α. Μια τέτοια «απελευθέρωση» έχει οδηγήσει και στην «απελευθέρωση» της σύναψης επενδυτικών συμβάσεων, οι οποίες προσφέρουν δήθεν «επενδυτικές ευκαιρίες», με τη μορφή αμιγώς στοιχηματικού χαρακτήρα «επενδυτικών προϊόντων».  Ήτοι προϊόντων που εξυπηρετούν κερδοσκοπικούς στόχους, οι οποίοι κινούνται συνήθως στα όρια του οικονομικού τυχοδιωκτισμού.  Οι κίνδυνοι από την, ολοένα εντεινόμενη μάλιστα, διακίνηση των προϊόντων αυτών είναι τόσο περισσότερο ορατοί, όσον η απουσία του κρατικού ελέγχου επί των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων δεν επιτρέπει, κυρίως στους μικρότερους από πλευράς οικονομικής δύναμης επενδυτές, να γνωρίζουν αν και κατά πόσον τα κατά περίπτωση χρηματοπιστωτικά ιδρύματα διαθέτουν πραγματικά τ’ απαιτούμενα κεφάλαια για την κάλυψη των in concreto αναλαμβανόμενων εκ μέρους τους χρηματοπιστωτικών κινδύνων.

Β. Και μάλλον ματαίως –τουλάχιστον ως τώρα- επιχειρείται, προς διόρθωση των προεκτεθέντων μειονεκτημάτων του νεοφιλελεύθερου χρηματοπιστωτικού προτύπου, η θέσπιση κανόνων επιστροφής στο προγενέστερο προστατευτικό νομοθετικό καθεστώς, ιδίως ως προς την κεφαλαιακή επάρκεια των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων.  Και τούτο διότι τα υιοθετούμενα θεσμικά μέσα δεν διαθέτουν την απαιτούμενη κανονιστική αποτελεσματικότητα.  Συγκεκριμένα, τα μέσα αυτά φέρουν περισσότερο τα χαρακτηριστικά οιονεί «πολιτικών αποφάσεων», και όχι τόσο κανόνων που ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις μιας lex perfecta.  Άκρως αντιπροσωπευτικά της ως άνω τραυματικής χρηματοπιστωτικής εμπειρίας είναι, για την Ευρωπαϊκή Ένωση και την  Ευρωζώνη, τα παραδείγματα των Κανονισμών 236/2012, ως προς την ρύθμιση των συμβολαίων ανταλλαγής κρατικού πιστωτικού κινδύνου.  Και 648/2012, ως προς τα παράγωγα συμβόλαια που έχουν ως αντικείμενο την αντιμετώπιση των κινδύνων κρατικών χρεωστικών τίτλων.

Υπό τα δεδομένα που προεκτέθηκαν, η σύγχρονη τραπεζική κρίση στο πλαίσιο της Ευρωζώνης –και, συνακόλουθα, της Ευρωπαϊκής Ένωσης- δεν πρόκειται να λήξει οριστικά αν δεν επέλθει μια ξεκάθαρη διάκριση μεταξύ εμπορικών κι επενδυτικών τραπεζών, βασισμένη σε στέρεα θεσμικά θεμέλια.  Διάκριση, την οποία θα εγγυάται εποπτικώς η ΕΚΤ, εφοδιασμένη βεβαίως με τα κατάλληλα, επίσης θεσμικά, μέσα ελέγχου.  Τα οποία όμως, όπως ήδη επισημάνθηκε, κάθε άλλο παρά διαθέτει σήμερα.  Θα εκπέμψει λοιπόν ο Μάριο Ντράγκι το, ήδη καθυστερημένο, άκρως επείγον σήμα κινδύνου;

Η «ΑΧΙΛΛΕΙΟΣ ΠΤΕΡΝΑ» ΤΟΥ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟΥ ΜΑΣ ΣΥΣΤΗ

Ο φόρος –και, συνακόλουθα, το φορολογικό σύστημα στο οποίο εντάσσεται- μπορεί ν’ ανταποκριθεί στη θεσμική και οικονομική αποστολή του μόνον όταν αφενός είναι αποτελεσματικός, δηλαδή όταν η εισπραξιμότητά του είναι διασφαλισμένη.  Και, αφετέρου και κυρίως, όταν ανταποκρίνεται πλήρως –βεβαίως μεταξύ άλλων συνταγματικών διατάξεων- στον θεμελιώδη κανόνα του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος, κατά τον οποίο: «Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους».  Δηλαδή στον κανόνα, ο οποίος εγγυάται και την φορολογική δικαιοσύνη υπό την αναλογική της διάσταση.

I.       Κατά λογική ακολουθία, η ανεπάρκεια –κατ’ επιεική φυσικά έκφραση- του φορολογικού μας συστήματος μπορεί και πρέπει ν’ αναζητηθεί από τη μια πλευρά στην ατέλεια των αντίστοιχων φορολογικών νόμων και στην αέναη αλλαγή τους –υπό όρους μάλιστα πρωτεϊκών μεταβολών και οβιδιακών μεταμορφώσεων- που οδηγούν, μοιραίως, και στην αδυναμία διαμόρφωσης «φορολογικής συνείδησης» από την πλευρά των φορολογουμένων αλλά και στην αδυναμία των φορολογικών αρχών να εμπεδώσουν το νομικό καθεστώς, το οποίο καλούνται να εφαρμόσουν στην πράξη.  Και, από την άλλη πλευρά, σε μια βαριά φορολογία, η οποία δεν ανταποκρίνεται, κατά βάση και κατά κανόνα, στον ως άνω κανόνα της φορολογικής δικαιοσύνης που προορίζεται να προστατεύει πρωτίστως τους οικονομικώς ασθενέστερους φορολογουμένους.


II.       

Πέραν τούτου όμως το κατά τ’ ανωτέρω κλίμα ανεπάρκειας του φορολογικού μας συστήματος επιδεινώνεται και από την ακόλουθη αιτία, διαχρονική και, κατά κάποιον τρόπο, «αειθαλή»:  Σύμφωνα με την κατάσταση που διαμορφώνει η μεγάλη πλειοψηφία των νόμων περί φόρου, πρωταρχικό ρόλο -θάλεγε κανείς σ’ αρκετές περιπτώσεις καθοριστικό- διαδραματίζει η υποκειμενική κρίση των διοικητικών οργάνων που έχουν την αρμοδιότητα εφαρμογής της φορολογικής νομοθεσίας.  Και δη όχι όχι μόνον ως προς τον προσδιορισμό του ύψους του φόρου μέσω των φορολογικών συντελεστών, αλλ’ ακόμη και ως προς τον καθορισμό του αντικειμένου της φορολογίας.  Και τούτο, διότι συχνά ο νομοθέτης εισάγει, στον κανόνα δικαίου που θεσπίζει τον φόρο, αόριστες αξιολογικές έννοιες, τις οποίες καλείται στην συνέχεια να συγκεκριμενοποιήσει το καθ’ ύλην αρμόδιο διοικητικό όργανο.  Εξ ού και τα γνωστά και πολλαπλά φαινόμενα αυθαιρεσίας ή και διαφθοράς, τα οποία υπονομεύουν επικίνδυνα την όλη αξιοπιστία του φορολογικού μας συστήματος, ιδίως έναντι των οικονομικώς ασθενέστερων φορολογουμένων.

III.        Είναι λοιπόν προφανές ότι, με την συνδρομή και της σύγχρονης τεχνολογίας που μπορεί να συμβάλλει τα μέγιστα προς την κατεύθυνση αυτή, το φορολογικό μας σύστημα οφείλει να θωρακισθεί με κανόνες δικαίου, οι οποίοι επιτρέπουν τον καθορισμό του αντικειμένου και τον προσδιορισμό του ύψους του φόρου μ’ όσο το δυνατόν περισσότερο αντικειμενικά κριτήρια, μη επιδεκτικά υποκειμενικής εκτίμησης κι αντίστοιχης παραμόρφωσης.

Α. Πρόσφορη μέθοδος προς την κατεύθυνση αυτή είναι η υιοθέτηση, από την πλευρά του νομοθέτη και της κανονιστικώς δρώσας διοίκησης όπου και όταν είναι συνταγματικώς ανεκτή νομοθετική εξουσιοδότηση στο πεδίο της φορολογικής νομοθεσίας, αποτελεσματικών τεκμηρίων, η συνδρομή των οποίων καθιστά οιονεί δέσμια την αρμοδιότητα των in concreto διοικητικών φορολογικών αρχών ως προς τον προσδιορισμό του αντικειμένου και του ύψους του φόρου.  Ένα αρκούντως αντιπροσωπευτικό δείγμα τέτοιου τεκμηρίου συνιστά η έννοια της αντικειμενικής αξίας, η οποία εδώ και καιρό χρησιμοποιείται ως βάση για τον καθορισμό του φόρου αναφορικά με την ακίνητη ιδιοκτησία.

Β. Στο σημείο όμως αυτό καθίσταται απολύτως αναγκαία η διευκρίνιση ότι τα προμνημονευόμενα τεκμήρια τότε μόνον μπορούν να εγγυηθούν την ορθολογική –συνεπώς αποτελεσματική και αποδοτική- λειτουργία του φορολογικού μας συστήματος, όταν υπηρετούν στο ακέραιο την έννοια της φορολογικής δικαιοσύνης κατ’ άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος, για την οποία έγινε λόγος προηγουμένως.  Σε συνδυασμό μάλιστα με τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, οι οποίες κατοχυρώνουν το δικαίωμα αίτησης και παροχής αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, οριστικής και προσωρινής ως εξής: «Καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ’ αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει».  Μ’ άλλες λέξεις:

1. Πρώτον, τα φορολογικά τεκμήρια πρέπει ν’ ανταποκρίνονται καθ’ ολοκληρίαν στην πραγματικότητα, κυρίως σ’ ό,τι αφορά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του αντικειμένου του φόρου.  Και όχι να στηρίζονται σε μια πλασματική, κατ’ ακολουθίαν δε εικονική, πραγματικότητα, την οποία διαμορφώνει ο νομοθέτης που θεσπίζει τον φόρο με μόνο στόχο τον όγκο των επιδιωκόμενων κρατικών εσόδων.  Παράδειγμα προς αποφυγήν στην προκείμενη περίπτωση συνιστούν το ΕΕΤΗΔΕ και ο ΕΝΦΙΑ, δεδομένου ότι ο μέσω αυτών επιβαλλόμενος φόρος στην ακίνητη ιδιοκτησία καθορίζεται μ’ αντικειμενικές αξίες προδήλως πολλαπλάσιες της εμπορικής.  Και κάπως έτσι ο φόρος οδηγεί, δια της οδού της ευθείας παραβίασης και του κατά τ’ ανωτέρω άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος, σ’ έμμεση δήμευση της ακίνητης ιδιοκτησίας.

2. Δεύτερον, τα φορολογικά τεκμήρια πρέπει να είναι μαχητά.  Με την έννοια ότι ο πληττόμενος φορολογούμενος μπορεί να τα ανατρέψει, χρησιμοποιώντας τα καταλλήλως θεσμοθετημένα αποδεικτικά μέσα, δια της δικαστικής οδού.  Αφού υπό διαφορετική εκδοχή, δηλαδή αν το φορολογικό τεκμήριο οργανώνεται κανονιστικώς ως αμάχητο, παραβιάζεται ευθέως το προαναφερόμενο δικαίωμα αίτησης και παροχής δικαστικής προστασίας κατ’ άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος.

 Συμπερασματικώς, αν δεν είναι δυνατό να προβλεφθεί επαρκώς, μέσα στις τρέχουσες δυσμενέστατες μνημονιακές δεσμεύσεις και συνθήκες της Χώρας, ο χρόνος, ο οποίος απαιτείται για την δραστική μείωση των φορολογικών βαρών –φυσικά όπου τούτο είναι αναγκαίο κατά τις επιταγές της φορολογικής δικαιοσύνης- τουλάχιστον είναι απολύτως εφικτό να μειωθεί δραστικώς η υποκειμενική κρίση των αρμόδιων διοικητικών αρχών, όταν εφαρμόζουν τους κανόνες δικαίου σχετικά με το αντικείμενο και το ύψος του φόρου.  Και με τον τρόπο αυτόν είναι επίσης απολύτως εφικτό να καταπολεμηθεί στην πράξη η αυθαιρεσία και η διαφθορά, οι οποίες έχουν αποκτήσει χαρακτηριστικά ενδημικής μάστιγας σε βάρος όχι μόνο της φορολογικής δικαιοσύνης. Αλλά και αυτού τούτου του αισθήματος δικαίου του χειμαζόμενου οικονομικώς ασθενέστερου φορολογουμένου.